Ήρθε από τη Ρωσία με λεφτά και όπλα για να φτιάξει τους Κεφαλονίτες πολεμιστές του ’21
Δεν ήρθε για να μιλήσει. Ήρθε για να πολεμήσει. Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος από τη Ρωσία έφερε λεφτά, όπλα και έφτιαξε σώμα Κεφαλονιτών στον Αγώνα.
Δεν γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ της Ρωσίας, σε μια ελληνική οικογένεια που είχε φύγει εκεί στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Θεόδωρος Βαλλιάνος μεγάλωσε στα ρωσικά, σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, έκανε καριέρα στον ρωσικό στρατό και ανέβηκε στον βαθμό του λοχαγού του Μηχανικού. Ήταν όμως Έλληνας. Και αυτό του αρκούσε.
Το 1822, ενώ στην Ελλάδα φλεγόταν ο αγώνας, ο Βαλλιάνος αποφασίζει να έρθει. Δεν ήρθε με λόγια και πατριωτικά μανιφέστα. Ήρθε με λεφτά. Και με όπλα. Και με σκοπό. Είχε ήδη σχεδιάσει να συγκροτήσει ένα σώμα από Κεφαλονίτες. Το έκανε. Το πλήρωσε. Το οργάνωσε. Και τους πήρε μαζί του στη φωτιά.
Πολέμησε κατά του Δράμαλη και του Γιουσούφ πασά στην Πάτρα. Πολέμησε στο Μεσολόγγι απέναντι στον Σκόδρα πασά. Δεν ήταν απλώς ένας Ευρωπαίος φιλέλληνας ή ένας διανοούμενος της διασποράς. Ήταν διοικητής, πολεμιστής, τεχνικός, μηχανικός, μαχητής. Η παρουσία του ήταν στρατιωτική και πολιτική μαζί. Ο ίδιος δεν αναζητούσε θέσεις. Τις του τις έδιναν.
Το 1824 έγινε διοικητής του Μηχανικού και Πυροβολικού στο Ναύπλιο. Εκεί έφτιαξε έργα. Πραγματικά έργα. Το πρώτο Βουλευτήριο. Στρατώνες. Αποθήκες. Υδραγωγεία. Εργαστήρια. Δομές για έναν στρατό που ακόμα οργανωνόταν μέσα στις στάχτες και τις φλόγες. Ήξερε από υλικά, από δομές, από στέρεες βάσεις. Και το απέδειξε.
Με τον ερχομό του Καποδίστρια, προάγεται σε αντισυνταγματάρχη. Διορίζεται διευθυντής του Μηχανικού. Αναλαμβάνει το Οπλοστάσιο. Δεν είναι πια απλώς αγωνιστής. Είναι ένας άνθρωπος με θεσμικό ρόλο σε ένα νέο κράτος που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του. Όταν έρχεται ο Όθωνας, του αναθέτει τη θέση του προξένου Θεσσαλίας και Μακεδονίας.
Η πορεία του είναι συνεχής. Το 1841 παραιτείται από την προξενική θέση και αναλαμβάνει θέση στο Δικαστικό Σώμα του Υπουργείου Στρατιωτικών, με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Πεθαίνει το 1857 στην Αθήνα. Κανείς δεν τον θυμάται όσο θα έπρεπε. Κι όμως, ήταν ένας άνθρωπος που ήρθε από τη Ρωσία με την Ελλάδα στο μυαλό και τη βοήθησε με τα χέρια, τα χρήματα και το μυαλό του.