Το ερωτικό τρίγωνο της Ιταλίδας κόμισσας με δύο Έλληνες ληστές που κατέληξε σε μακελειό
Μια «Ιταλίδα κόμισσα» ζητά προστασία από ληστές για να φτάσει στους Δελφούς, κι ο θρύλος τη θέλει να ανάβει ζήλια μέσα στη συμμορία. Το βέβαιο τέλος είναι η αιματηρή συμπλοκή στο Ζεμενό στις 12 Ιουλίου 1856.
Μια Ιταλίδα κόμισσα φτάνει στην Ελλάδα και ζητά κάτι που, στα χαρτιά, μοιάζει τρέλα. Να τη συνοδεύσουν ληστές για να πάει με ασφάλεια στους Δελφούς. Ούτε στρατιώτες, ούτε χωροφύλακες. Οι ίδιοι οι άνθρωποι που είχαν κάνει τους ταξιδιώτες να κλείνονται στα σπίτια τους μόλις έπεφτε το σκοτάδι.
Από εδώ ξεκινά μία από τις πιο γνωστές ιστορίες της ελληνικής ληστοκρατίας, με έρωτα, ζήλια και προδοσία. Μόνο που όσο πιο ωραία ακούγεται, τόσο περισσότερο θέλει μέτρο. Γιατί άλλο είναι τα γεγονότα που πατάνε σε ημερομηνίες και αναφορές, κι άλλο ο θρύλος που έβαλε μέσα μια κόμισσα για να δώσει αίμα και πάθος σε μια εποχή που έτσι κι αλλιώς ήταν βίαιη.
Το ιστορικό φόντο
Το φόντο είναι υπαρκτό και σκληρό. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ρούμελη δεν συγχωρούσε. Το κράτος ήταν ακόμα νέο, οι μετακινήσεις δύσκολες, η ληστεία σε πολλές περιπτώσεις οργανωμένη. Στην περιοχή ανάμεσα σε Αττική, Βοιωτία και Παρνασσό δρούσαν συμμορίες που ήξεραν κάθε πέρασμα. Και υπήρχε ένας αρχηγός που έγινε θρύλος από μόνος του, τόσο γνωστός ώστε αργότερα τον σύγκριναν με μορφές της Άγριας Δύσης.
Κάπου εκεί, σε κείμενα και αφηγήσεις που γράφτηκαν αργότερα, εμφανίζεται η Λουίζα Μπανκόλι. Την παρουσιάζουν ως Ιταλίδα κόμισσα, καλοντυμένη, με χρήματα και σιγουριά, που ήθελε να δει την Ελλάδα των αρχαίων, αλλά έπεσε πάνω στην Ελλάδα των ενέδρων. Η ιστορία λέει πως έστειλε άνθρωπο να ζητήσει προστασία από τη συμμορία, μόνο και μόνο για να περάσει, να δει τους Δελφούς και να γυρίσει ζωντανή.
Αν αυτό είχε συμβεί έτσι, θα περίμενες να έχει μείνει κάτι χειροπιαστό. Ένα όνομα σε ταξιδιωτικό ημερολόγιο, μια αναφορά σε εφημερίδα της εποχής, ένα έγγραφο σε διπλωματικό αρχείο. Εκεί μπλέκει το πράγμα. Η κόμισσα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, εμφανίζεται κυρίως σε μεταγενέστερα κείμενα, σε λαϊκές διηγήσεις και σε άρθρα γραμμένα πολλά χρόνια μετά, με λεπτομέρειες που αλλάζουν από εκδοχή σε εκδοχή. Δεν την πιάνεις εύκολα ως πρόσωπο με σταθερή ταυτότητα, οικογένεια και διαδρομή.
Ο θρύλος, όμως, δεν ζει από χαρτιά. Ζει από σκηνές. Θέλει να δει τη στιγμή που μια γυναίκα από αλλού ανεβαίνει στο βουνό και ξαφνικά όλα γίνονται υπόθεση προσωπική.
Ο μύθος και η σύγκρουση
Η ίδια αφήγηση θέλει την κόμισσα να ερωτεύεται τον αρχηγό στη διαδρομή. Κι εκείνον να την κρατά κοντά του, όχι σαν λάφυρο, αλλά επειδή το διάλεξε. Μόνο που δίπλα του υπήρχε κι άλλος. Ο υπαρχηγός, ο άνθρωπος που ως τότε στεκόταν μαζί του στις επιδρομές, στις φυγές και στα κρησφύγετα. Κι αυτός, λένε, τη θέλησε το ίδιο.
Έτσι στήνεται το ερωτικό τρίγωνο που κράτησε την ιστορία ζωντανή. Η ζήλια δεν χρειάζεται πολλά για να εξηγηθεί. Κι όταν πέσει πάνω σε όπλα, δεν μένει απλό συναίσθημα.
Στις πιο γνωστές εκδοχές ο υπαρχηγός δεν το αντέχει. Φεύγει από τη συμμορία και περνά απέναντι. Μπαίνει στη Χωροφυλακή και καταλήγει να κυνηγά τον παλιό του αρχηγό. Άλλοι το είπαν προδοσία, άλλοι το βάφτισαν μετάνοια. Ο μύθος το κρατά ως καθαρά προσωπικό, σαν να ήταν αυτό που έσπρωξε τα πράγματα ως το τέλος.
Μαζί επιστρέφει συνεχώς και μια λεπτομέρεια που «δένει» ωραία την πλοκή. Ότι υπήρχαν γράμματα ανάμεσα στην κόμισσα και τον αρχηγό, ότι έπεσαν σε λάθος χέρια και έτσι σφίγγει ο κλοιός. Ακούγεται κινηματογραφικό και κουμπώνει εύκολα, μόνο που κι εδώ λείπει ένα σταθερό, πρωτογενές τεκμήριο. Η λεπτομέρεια φτάνει σε μας κυρίως από διηγήσεις που γράφτηκαν πολύ αργότερα.
Εκεί που τελειώνει η κουβέντα για την κόμισσα και μένει αυτό που έχει ημερομηνία, είναι το φινάλε. Στις 12 Ιουλίου 1856 γίνεται μεγάλη συμπλοκή στο Ζεμενό, ανάμεσα σε Δίστομο και Αράχωβα. Ο λήσταρχος σκοτώνεται. Και μαζί του σκοτώνεται και ο αξιωματικός που τον καταδίωκε, ο ίδιος άνθρωπος που οι αφηγήσεις θέλουν να είχε ξεκινήσει κάποτε από το ίδιο στρατόπεδο.
Αυτό το μακελειό είναι και ο λόγος που η ιστορία δεν χάθηκε. Αφήνει πίσω της μια εικόνα ωμή. Βουνό, καπνός, σφαίρες, σώματα. Και κάπου ανάμεσα, μια γυναίκα που μπορεί να υπήρξε όπως την είπαν, μπορεί και να έγινε σύμβολο αργότερα, για να ειπωθεί πιο ανθρώπινα μια ρήξη που ίσως είχε κι άλλες αιτίες, χρήμα, εξουσία, φόβο, επιβίωση.