Ήταν 21 χρονών, μόλις είχε πιάσει δουλειά. Οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στο χειρότερο μέρος της Ευρώπης
Δεν ήταν ήρωας ούτε στρατιώτης. Ήταν απλώς 21 χρονών. Οι Γερμανοί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν στο Μαουτχάουζεν. Εκεί, έμαθε πώς γράφεται η ζωή από την αρχή.
Το 1942 ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δεν είχε ακόμα πιάσει το μολύβι για να γράψει. Είχε μόλις πιάσει δουλειά. Στη γερμανοκρατούμενη Αθήνα, όπως χιλιάδες νέοι, προσπαθούσε να επιβιώσει. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, οι Ναζί τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σε τρένο για τον Βορρά. Προορισμός: το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν.
Δεν ήταν εβραίος, δεν ήταν στρατιώτης, δεν ήταν κατάσκοπος. Ήταν απλώς ένας νεαρός Έλληνας που μπήκε στο λάθος δρομολόγιο της Ιστορίας. Όταν έφτασε στο Μαουτχάουζεν, το όνομά του έγινε αριθμός. Και η ζωή του μετριόταν με ψωμί, χιόνι και φόβο. Έζησε εκεί σχεδόν τρία χρόνια. Ήταν 21 ετών όταν μπήκε. Ήταν άλλος άνθρωπος όταν βγήκε.
Το στρατόπεδο δεν ήταν απλώς σκληρό. Ήταν κατασκευασμένο για εξόντωση. Οι κρατούμενοι ανέβαιναν τον Λόφο του Θανάτου κουβαλώντας πλάκες γρανίτη, που συχνά ζύγιζαν όσο οι ίδιοι. Αν κάποιος έπεφτε, έσερνε κι άλλους μαζί του. Ο Καμπανέλλης επέζησε με κάθε τίμημα. Ήξερε ότι όσοι ξέχναγαν τι ήταν πριν, γίνονταν κάτι λιγότερο από άνθρωποι.
Δεν μίλησε γι’ αυτό αμέσως. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, γύρισε σε μια χώρα που δεν ήθελε να ακούσει. Ούτε για ήρωες, ούτε για επιζώντες. Τότε στράφηκε στο γράψιμο. Έγραψε θεατρικά. Έγραψε στίχους. Και κάποια στιγμή, όταν οι λέξεις ωρίμασαν, έγραψε το βιβλίο του: «Μαουτχάουζεν».
Δεν ήταν ούτε ντοκουμέντο ούτε φαντασία. Ήταν μια εξομολόγηση με ύφος ψιθυριστό, σχεδόν λογοτεχνικό, με μια αφήγηση που περνά από την απόγνωση στο φως. Στο επίκεντρο δεν έβαλε το αίμα, αλλά τον άνθρωπο. Αυτόν που κρατήθηκε όρθιος, που βρήκε φίλους μέσα στην κόλαση, που ερωτεύτηκε μια κοπέλα πίσω από τα συρματοπλέγματα.
Το «Μαουτχάουζεν» έγινε το σημαντικότερο ελληνικό έργο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και τα τραγούδια που βασίστηκαν σε αυτό, μελοποιημένα από τον Θεοδωράκη, ταξίδεψαν παντού. Ήταν η φωνή ενός 21χρονου που δεν πέθανε, για να πει τι είδε.
Ο Καμπανέλλης δεν ήθελε να τιμωρήσει. Ήθελε να μην ξεχαστεί. Γι’ αυτό και έγραψε χωρίς κραυγές, χωρίς μίσος, χωρίς θρίαμβο. Έγραψε για τον φόβο, την αγωνία, την παγωνιά και το αλάτι στην πληγή. Έγραψε για να καταγραφεί αυτό που έζησε ως παιδί, και που κανείς ενήλικας δεν θα μπορούσε να αντέξει.