Ηταν ένα απλό αγόρι με καλή φωνή, βοηθός σε συνεργεία και μικροπωλητής. Ο Caruso εγινε ακομα και τραγούδι
Ο Ενρίκο Καρούζο δεν ήταν παιδί-θαύμα, ούτε προοριζόταν για τη δόξα. Μεγάλωσε σε μια φτωχή γειτονιά της Νάπολης, χωρίς μουσική εκπαίδευση, αλλά με μια φωνή που έμελλε να αλλάξει την όπερα για πάντα.
Στη φτωχική Νάπολη του 19ου αιώνα, μέσα σε μια συνοικία γεμάτη σκόνη, παιδικές φωνές και τον ήχο των μικροπωλητών, γεννήθηκε ένα αγόρι που κανείς δεν περίμενε πως θα άλλαζε για πάντα την όπερα. Το όνομά του ήταν Ενρίκο Καρούζο, και τα πρώτα του χρόνια δεν είχαν τίποτα το ξεχωριστό. Δεν προερχόταν από οικογένεια μουσικών, δεν είχε δασκάλους να τον καθοδηγούν, ούτε έδειχνε κάποιο σημάδι ότι θα άφηνε το όνομά του χαραγμένο στην ιστορία. Ήταν απλώς ένας γιος εργάτη, που μεγάλωνε σε έναν κόσμο σκληρό, όπου η επιβίωση ήταν πιο σημαντική από τα όνειρα.
Ο πατέρας του, ένας απλός μηχανικός, τον προόριζε για δουλειά στα εργοστάσια, ενώ η μητέρα του, βαθιά θρησκευόμενη, ήλπιζε να τον δει να ακολουθεί ένα πιο σταθερό επάγγελμα. Στα δώδεκα του χρόνια, ο μικρός Ενρίκο ήδη βοηθούσε οικονομικά την οικογένειά του δουλεύοντας ως βοηθός σε συνεργεία και μικροπωλητής. Όμως, είχε ένα δώρο που ακόμα και ο ίδιος δεν ήξερε πως θα μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα του.
Στα σοκάκια της Νάπολης, η μουσική ήταν παντού. Οι καντσονέτες αντηχούσαν στις πλατείες, οι εκκλησίες γέμιζαν με ψαλμωδίες, και ο μικρός Καρούζο τραγουδούσε δίχως να ξέρει αν είχε ταλέντο ή όχι. Ήταν η φωνή του που έκανε τους ανθρώπους να σταματούν για λίγο και να τον ακούν. Δεν είχε ποτέ του σπουδάσει μουσική, δεν ήξερε τι σημαίνει τεχνική. Μόνο τραγουδούσε.
Όταν κάποιος του πρότεινε να δοκιμάσει την τύχη του στο τραγούδι, οι πρώτες του προσπάθειες δεν ήταν εντυπωσιακές. Ο πρώτος του δάσκαλος, ο Guglielmo Vergine, τον άκουσε, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Ένα απλό αγόρι με καλή φωνή.» Δεν υπήρχε τίποτα μεγαλειώδες σε αυτόν. Δεν είχε την εντυπωσιακή δύναμη ενός έτοιμου τενόρου. Όμως, είχε κάτι άλλο. Την επιμονή.
Δεν ήταν εύκολο. Οι πρώτες του παραστάσεις πέρασαν απαρατήρητες, ενώ αρκετοί έλεγαν πως η φωνή του δεν ήταν αρκετά καλή για μεγάλα θέατρα. Αλλά ο Καρούζο ήξερε να υπομένει και να δουλεύει. Συνέχιζε να τραγουδά, να προσπαθεί, να διορθώνει κάθε ατέλεια, κάθε αναπνοή, κάθε νότα. Τα χρόνια περνούσαν, και σιγά-σιγά, η φωνή του άρχισε να ωριμάζει. Έγινε πιο γεμάτη, πιο πλούσια, πιο συναισθηματική.
Τότε ήρθε η στιγμή που άλλαξε τα πάντα. Το 1902, τραγούδησε στη Σκάλα του Μιλάνου και η φωνή του συγκλόνισε το κοινό. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Μια δύναμη ακαταμάχητη, γεμάτη πάθος και ψυχή. Όταν τον άκουσαν οι παραγωγοί της δισκογραφικής εταιρείας Victor Talking Machine Company, δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Ο Καρούζο έγινε ο πρώτος τραγουδιστής όπερας που ηχογραφήθηκε και πούλησε εκατομμύρια δίσκους, φέρνοντας την όπερα στα σπίτια των απλών ανθρώπων.
Έγινε ο πρώτος διεθνής σούπερ σταρ της μουσικής, η φωνή που γέμισε τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Από τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, από τις βασιλικές αυλές μέχρι τις ηχογραφήσεις που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη, ο Καρούζο έγινε μύθος.
Και όταν πια έφυγε από τη ζωή το 1921, δεν έφυγε πραγματικά. Γιατί η φωνή του έμεινε χαραγμένη σε δίσκους, σε μνήμες, σε ψυχές. Και τελικά, έγινε τραγούδι.
Το 1986, ο Ιταλός τραγουδιστής Lucio Dalla έγραψε το “Caruso”, ένα τραγούδι αφιερωμένο στον τενόρο που ξεκίνησε σαν ένα φτωχό αγόρι από τη Νάπολη και κατέληξε αθάνατος. Ο στίχος «Te voglio bene assaje» ήταν μια υπόκλιση στον άνθρωπο που έκανε την όπερα προσιτή σε όλο τον κόσμο.
Ο Καρούζο δεν γεννήθηκε με την υπόσχεση της δόξας. Δεν ήταν παιδί-θαύμα, ούτε είχε τον δρόμο στρωμένο μπροστά του. Όμως, με επιμονή, δουλειά και τύχη, το απλό αγόρι με την καλή φωνή έγινε ο μεγαλύτερος τενόρος της ιστορίας.