Ήταν έτοιμος να γίνει ο Πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης. Τον απέκλεισαν την τελευταία στιγμή.
Ήταν ο πρώτος πολιτικός που περίμενε να πάρει την εξουσία από τη Χούντα. Αντ’ αυτού, πήραν το αεροπλάνο και φώναξαν τον Καραμανλή.
Στις 23 Ιουλίου 1974, η Ελλάδα βρισκόταν στο χείλος του χάους. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η διεθνής κατακραυγή και η κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος οδήγησαν τους συνταγματάρχες σε μια σπασμωδική απόφαση: να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς. Η χώρα έπρεπε να γυρίσει σελίδα. Και όλοι συμφωνούσαν σε ένα πρόσωπο για την κρίσιμη πρώτη υπογραφή της Μεταπολίτευσης: τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δεν ήταν ένας πολιτικός της σειράς. Ήταν ο τελευταίος πρωθυπουργός πριν τη Χούντα, ο πρώτος που φυλακίστηκε, ο μόνος που δεν έφυγε στο εξωτερικό και ο πρώτος που καταδίκασε δημόσια το καθεστώς, με δηλώσεις σε ξένους ραδιοσταθμούς από το ίδιο του το σπίτι. Οι στρατιωτικοί τον θεωρούσαν “καθαρό”, με γερές διασυνδέσεις στον δυτικό κόσμο και χωρίς φανατισμούς. Όλοι πίστευαν ότι αυτός θα είναι το πρόσωπο της εθνικής ενότητας.
Στη μυστική σύσκεψη της 23ης Ιουλίου, στο Πεντάγωνο, παρουσία στρατιωτικών και πολιτικών στελεχών, ανακοινώθηκε ότι ο Κανελλόπουλος επρόκειτο να σχηματίσει κυβέρνηση με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο. Όλοι συμφώνησαν. Ο ίδιος ήταν ήδη στο σπίτι του και περίμενε το τηλέφωνο που θα τον καλούσε να επιστρέψει στο Μέγαρο Μαξίμου. Αλλά αυτό το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ.
Ο ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, με πρωτοβουλία που δεν είχε προηγουμένως συζητηθεί, τηλεφώνησε στο Παρίσι. Στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, εξόριστος από το 1963. Μέσα σε λίγες ώρες, το σκηνικό είχε αλλάξει. Ο Καραμανλής επέστρεφε στην Ελλάδα με γαλλικό κυβερνητικό αεροπλάνο και με εντολή του ίδιου του προέδρου Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Το όνομα του Κανελλόπουλου διεγράφη.
Όταν έμαθε τι συνέβη, δεν αντέδρασε. Δεν μίλησε ποτέ με πικρία. Ούτε διαμαρτυρήθηκε. Αντιθέτως, παρευρέθηκε και στηρίξε την Κυβέρνηση Καραμανλή σαν να είχε γίνει δική του. Για εκείνον, προείχε η χώρα. Όχι η εξουσία.
Το όνομά του δεν αναφέρεται συχνά όταν μιλάμε για τους θεμελιωτές της Μεταπολίτευσης. Και όμως, είχε ήδη υποστεί διώξεις, είχε ζήσει τις φυλακές της Χούντας, είχε κρατήσει ζωντανή την ιδέα της Δημοκρατίας, όταν όλοι οι άλλοι σιωπούσαν. Ήταν εκεί. Έτοιμος. Και τον προσπέρασαν.
Τον Σεπτέμβριο του 1986 πέθανε ήσυχα στο σπίτι του στην οδό Ξενοκράτους. Η πολιτεία τον τίμησε με τιμές ενεργεία Πρωθυπουργού, μια ιδιότητα που ίσως δικαιωματικά του ανήκε — έστω και για μία μέρα της Μεταπολίτευσης.