Ήταν ο Έλληνας που έψαλλε τον Θούριο του Ρήγα και μετά έγινε γιατρός των Πασάδων που κυνηγούσαν τους Έλληνες
Συνεργάτης του Ρήγα, ποιητής, μεταφραστής του Σαίξπηρ και γιατρός του Αλή Πασά. Ο Γεώργιος Σακελλάριος έζησε στα όρια της αντίφασης. Ένας άνθρωπος της Επανάστασης που υπηρέτησε τους εχθρούς της.
Γεννήθηκε στην Κοζάνη, αλλά πέρασε τη μισή ζωή του μεταξύ Βιέννης, Βουκουρεστίου και των πασαλικιών της Ηπείρου. Ο Γεώργιος Σακελλάριος ήταν ποιητής, γιατρός, μεταφραστής και φιλόσοφος. Έψαλλε με άλλους φοιτητές τον Θούριο του Ρήγα στα σοκάκια της Βιέννης, μελετούσε την «Ιατρική του Brown» και μετέφραζε τον Σαίξπηρ όταν η Αυστρία ακόμα τον έβλεπε ως ύποπτο.
Ήταν φίλος του Ρήγα Βελεστινλή και συνεργάτης του στην έκδοση της «Περιήγησης του Αναχάρσιδος». Ήξερε τι σημαίνει Επανάσταση. Αλλά δεν πήρε τα όπλα. Πήρε το στηθοσκόπιο και τις βεντούζες. Και βρέθηκε να περιθάλπει όχι Έλληνες αγωνιστές, αλλά τους ίδιους τους Πασάδες που τους κυνηγούσαν.
Στην αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων υπήρξε αρχίατρος και έμπιστός του. Ο ίδιος ο λόρδος Βύρωνας τον συνάντησε στο Τεπελένι και τον αναφέρει σε γράμμα του ως «Femlario» – έναν γιατρό που γνώριζε λατινικά και ήταν με το μέρος του ισχυρότερου άντρα της Ηπείρου.
Όμως αυτός ο γιατρός είχε ήδη χάσει τη γυναίκα του από πνευμονία. Έγραφε ποιήματα θρηνητικά, σαν ύμνους στον Άδη. Μελετούσε τη σοφία της Αθηνάς και καταριόταν τον Ασκληπιό που δεν τον βοήθησε. Η ψυχή του ήταν μια παλάντζα: από τη μια το πένθος και η λογοτεχνία, από την άλλη οι Πασάδες και η ιατρική.
Όταν πέθανε η Αναστασία, η πρώτη του γυναίκα, έγραψε για εκείνη τους πιο σκοτεινούς στίχους του ελληνικού ρομαντισμού. Και όταν γέννησε η δεύτερη, η Μητιώ, έκανε μαζί της μεταφράσεις Ιταλών θεατρικών συγγραφέων που δημοσιεύτηκαν στη Βιέννη. Η ζωή του ήταν ένα μείγμα από φιλοσοφία, επαγγελματισμό και φυγή.
Πέρασε από τα Αμπελάκια, την Τσαριτσάνη, τη Θεσσαλονίκη, την Καστοριά, το Μπεράτι. Υπηρέτησε τον Ιμπραήμ Πασά, γιατρεύοντας τουρκικές αυλές. Και όταν ο Δερβίς Πασάς πήγε στη Γραβιά να πολεμήσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, είχε μαζί του γιατρό τον Σακελλάριο. Ήταν εκεί. Ίσως είδε τον Καραισκάκη από μακριά. Δεν πυροβόλησε ποτέ.
Οι συμπολίτες του τον ήξεραν ως σοβαρό επιστήμονα. Αλλά κάποιοι δεν του συγχώρεσαν ότι αντί να είναι στο πλευρό της Επανάστασης, θεράπευε εκείνους που την πολεμούσαν. Ο ίδιος ίσως πίστευε πως υπήρχε άλλη επανάσταση: αυτή της γνώσης, του Λόγου, της επιστήμης. Δεν απαρνήθηκε τον Θούριο. Αλλά έμεινε γιατρός.
Έγραψε, μετέφρασε, θεράπευσε. Και τελικά, στα 73 του, πέθανε στο σπίτι του στην Κοζάνη. Είχε δει την Ελλάδα να αλλάζει. Είχε υπάρξει μέρος της αλλαγής. Όχι στα χαρακώματα, αλλά στο προσκέφαλο των ισχυρών. Εκεί που η συνείδηση γίνεται δίλημμα και το αίμα δεν είναι σύμβολο, αλλά ασθένεια.
Η ιστορία δεν τον λησμόνησε. Αλλά ούτε και τον τίμησε. Ήταν κάτι ανάμεσα. Ήταν ο Έλληνας που έψαλλε τον Θούριο του Ρήγα και μετά έγινε γιατρός των Πασάδων που κυνηγούσαν τους Έλληνες.