Ήταν ο Μικές, ο Λαλάκης, ο αστυνόμος, ο παπάς, ο θυρωρός. Είναι το γέλιο μας εδώ και 70 χρόνια
Δεν ήταν ποτέ ο πρωταγωνιστής, αλλά είναι ο ηθοποιός που κουβαλά πάνω του όλη την ευγένεια και το χιούμορ του ελληνικού σινεμά. Και παραμένει εδώ, αγαπητός όσο ποτέ.
Ο Γιάννης Βογιατζής δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι το πρόσωπο που βλέπεις στην οθόνη και νιώθεις αμέσως άνετα. Είναι ο φίλος του ήρωα, ο γείτονας, ο θυρωρός, ο άνθρωπος που πάντα κάτι πάθαινε, αλλά ποτέ δεν σε κούραζε. Από το 1955 μέχρι σήμερα, γεμίζει με χιούμορ, ευγένεια και ανεπιτήδευτο ταλέντο κάθε ρόλο που τον εμπιστεύεται.
Γεννημένος στο Αιτωλικό το 1926, σπούδασε στο Εθνικό και ξεκίνησε με Σαίξπηρ. Αλλά η καρδιά του τον πήγε αλλού: στο λαϊκό θέατρο, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση. Εκεί όπου το κοινό δεν χειροκροτεί, απλώς αγαπά. Και τον Γιάννη Βογιατζή τον αγαπούν εδώ και επτά δεκαετίες, χωρίς καμία διακοπή.
Μπήκε στις ελληνικές ταινίες με το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο». Ακολούθησαν οι δεκάδες ρόλοι που τον καθιέρωσαν: ως γιατρός, παπάς, θείος, χωροφύλακας, ταβερνιάρης, θυρωρός. Έγινε ο “Λαλάκης”, ο “Μικές”, ο “Λάζαρος”, ο τύπος που πάντα έμπλεκε αλλά πάντα επέστρεφε με μια έκφραση που σε έκανε να γελάς χωρίς τύψεις.
Παραμένει στη μνήμη όλων, όχι μόνο για το χιούμορ του, αλλά για το ήθος του. Δεν διεκδίκησε ποτέ τα φώτα του πρωταγωνιστή. Κι όμως, φωτίζει κάθε ταινία στην οποία εμφανίζεται. Είναι εκείνος που θα θυμηθείς όταν ακούσεις “Δεσποινίς διευθυντής” ή “Θα σε κάνω βασίλισσα”. Εκείνος που ξέρει να περπατάει στο φόντο και να κλέβει τη σκηνή με μία μόνο ατάκα.
Μέχρι και σήμερα, στα 98 του χρόνια, παραμένει αγαπητός, παρών, χαμογελαστός. Τον τιμούν, τον φωνάζουν σε σκηνές, του τραγουδούν «να τα εκατοστίσεις» και εκείνος απαντά με τη γνωστή του διακριτική σεμνότητα. Δεν του αρέσουν οι θόρυβοι. Του αρέσει να προσφέρει. Και το κάνει ακόμη.
Η πιο πρόσφατη του εμφάνιση ήταν στην ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» το 2021. Ήταν 95 ετών. Δεν έκανε τον ηλικιωμένο. Έκανε τον Βογιατζή: τον σοφό, τον ήσυχο, τον βαθιά ανθρώπινο. Αυτή είναι η δύναμή του: παίζει ακόμα και τώρα όπως τότε – φυσικά, χωρίς επιτήδευση, χωρίς πόζα. Και γι’ αυτό δεν γερνά ποτέ στα μάτια μας.
Δεν είναι ο σταρ. Είναι ο συγγενής από τις παλιές ασπρόμαυρες Κυριακές. Είναι ο άνθρωπος που σου θυμίζει κάτι από τον πατέρα σου, από τον παππού σου, από τον εαυτό σου όταν γελούσες χωρίς φίλτρα. Είναι το γέλιο μας εδώ και 70 χρόνια. Και είναι ακόμη εδώ, για να το συνεχίσει.