Ήταν ο πλουσιότερος της Πάτρας και τα έδωσε όλα για την Επανάσταση, ακόμα και το άλογό του για να το φάνε οι πεινασμένοι στο Μεσολόγγι
Πλούσιος έμπορος και τραπεζίτης, έγινε ήρωας της Επανάστασης του 1821.
Γεννημένος το 1766 στην Κόρινθο και μεγαλωμένος στην Πάτρα, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος ήταν γόνος οικογένειας με βαθιές ρίζες στην Ήπειρο και την εκκλησιαστική παράδοση. Ορφανός από μικρός, εγκαταστάθηκε στην Πάτρα και αφιερώθηκε στο εμπόριο, αποκτώντας εντυπωσιακή περιουσία και φήμη. Σύντομα έγινε ο πλουσιότερος της πόλης, με δεκάδες καταστήματα, κτήματα και πλοία. Εμπορευόταν σταφίδα, λάδι και άλλα προϊόντα, ενώ είχε ιδρύσει και τράπεζα, διατηρώντας σχέσεις με όλα τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της εποχής.
Ήταν άνθρωπος με έντονη θρησκευτικότητα, σεμνότητα και θυσιαστικό πνεύμα. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης ήταν από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων στην Πάτρα. Στις 21 Μαρτίου 1821, όταν Τούρκοι στρατιώτες έβαλαν φωτιά στο αρχοντικό του, έδωσε το σύνθημα για την έναρξη της επανάστασης στην πόλη. Ο ίδιος, μαζί με άλλους προκρίτους, διέσχισαν την Πάτρα κρατώντας την πρώτη κόκκινη σημαία της Επανάστασης με μαύρο σταυρό.
Από την πρώτη στιγμή διέθεσε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες του Αγώνα. Χρηματοδότησε σώματα ενόπλων, ναυλώσεις πλοίων, αποστολές πολεμοφοδίων, ακόμα και αποστολές στο εξωτερικό για εφοδιασμό. Είχε καθοριστική συμβολή στην αποστολή τροφίμων στο Μεσολόγγι, όταν αυτό βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας. Δεν δίστασε να δώσει το ίδιο του το άλογο για να το φάνε οι πολιορκημένοι. Ήταν το μόνο μέσο με το οποίο μπορούσε να σωθεί αν χρειαζόταν να διαφύγει, αλλά το θυσίασε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου, ο Παπαδιαμαντόπουλος ανέλαβε τη διεύθυνση των πολιτικών και στρατιωτικών πραγμάτων. Όταν το φρούριο πια λιμοκτονούσε, ταξίδεψε στη Ζάκυνθο ζητώντας τρόφιμα. Παρά τις εκκλήσεις φίλων και συγγενών να μείνει εκεί για να σωθεί, εκείνος αρνήθηκε. Γύρισε στο Μεσολόγγι λέγοντας: «Ορκίστηκα να πεθάνω μαζί τους και δεν θα τους εγκαταλείψω». Στις 11 Απριλίου 1826, κατά την Έξοδο, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους. Είχε δώσει ό,τι είχε: την περιουσία του, την υγεία του, την οικογένειά του, τη ζωή του. Και, λίγο πριν το τέλος, το άλογό του, για να τραφούν εκείνοι που συνέχιζαν να μάχονται.