Ήταν σκλάβος στην Αμερική. Ο Αφροαμερικανός που πέθανε στην Ελλάδα πολεμώντας για τη δική μας ελευθερία
Από τις φυτείες της Βαλτιμόρης στις ναυμαχίες της Ελλάδας.
Τον έλεγαν Τζέιμς Τζέικομπ Γουίλλιαμς. Ήταν σκλάβος σε φυτεία ζάχαρης κοντά στη Βαλτιμόρη. Δούλευε με αίμα, ήλιο και αλυσίδες. Κι όμως, η ζωή του δεν τελείωσε εκεί. Δραπέτευσε. Μπήκε λαθραία σε ένα πλοίο και χάθηκε στον Ατλαντικό, όχι για να σωθεί, αλλά για να ξαναγεννηθεί. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτός ο πρώην σκλάβος θα βρισκόταν στο Αιγαίο, να πολεμάει για έναν λαό που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Μπήκε στο Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό και πολέμησε στον πόλεμο κατά των πειρατών της Βόρειας Αφρικής, τους διαβόητους Μπαρμπαρέζους. Ο ναύαρχος Stephen Decatur τον πήρε κοντά του. Είδε σε αυτόν κάτι. Ίσως το θάρρος. Ίσως την καρδιά. Ίσως την απελπισία που γεννά μόνο η στέρηση της ελευθερίας. Ο Γουίλλιαμς δεν ήταν απλώς βοηθός μάγειρα στο πλοίο. Ήταν στρατιώτης. Και κατάσκοπος. Και ψυχή αδάμαστη.
Όταν τέλειωσε η εκστρατεία, ο Decatur του πρότεινε να πάει στην Ελλάδα. “Εκεί, η σκλαβιά έχει καταργηθεί”, του είπε. Ο Γουίλλιαμς άκουσε. Πέρασε στη Μεσόγειο. Εργάστηκε σ’ ένα εμπορικό πλοίο με χαλιά. Ένα ναυάγιο τον έφερε στις ακτές της Αττικής. Ξεβράστηκε μισοπεθαμένος, ώσπου μοναχοί τον βρήκαν και τον πήγαν στον Ηγούμενο Συμεών. Εκεί ξεκίνησε η ελληνική του ζωή.
Έμαθε ελληνικά. Πολέμησε στο πλευρό του Λόρδου Κόχραν. Έγινε μέρος του στόλου. Μαγείρευε, αλλά και οδηγούσε πλοία. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όταν το πλοίο «Σωτήρ» έμεινε ακυβέρνητο, πήρε το πηδάλιο μόνος του. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Τα πυρά έπεφταν πάνω του. Χτυπήθηκε στο πόδι. Στο χέρι. Αλλά έσωσε το πλοίο. Κι έσωσε και όσους ήταν πάνω σ’ αυτό.
Ο Κόχραν ήπιε στην υγειά του σε δημόσιο δείπνο. Ο στρατιώτης Μίλερ έγραψε στο ημερολόγιό του: «Ένας γενναίος Αμερικανός νέγρος. Δεν είχε ρούχα. Του έδωσα τα δικά μου». Δεν του έδωσε όμως μόνο ρούχα. Του έδωσε αναγνώριση. Και στον χρόνο, ένα κομμάτι αθανασίας.
Ο Γουίλλιαμς δεν σταμάτησε στον Κόχραν. Πολέμησε με τον Μιαούλη. Ήταν στην Ύδρα. Πιθανότατα στη μάχη του Πέτα. Ίσως και στο Μεσολόγγι, μαζί με τον Τζορτζ Τζάρβις και τον Λόρδο Βύρωνα. Πέρασε μέσα από τις φλόγες της Επανάστασης χωρίς να ζητήσει τίποτα. Ούτε τιμές. Ούτε χρήματα. Πολέμησε γιατί ήξερε τι σημαίνει να μη ζεις ελεύθερος. Κι ήθελε να μην το ζήσει άλλος.
Το τέλος του τον βρήκε στην Ελλάδα. Τραυματισμένος. Φτωχός. Μα ελεύθερος. Πέθανε το 1829, στο Άργος. Στον τάφο του, δίπλα από εκείνον του Τζάρβις, υπάρχει μια πλάκα που δεν ξέρουμε αν είναι πραγματικός τάφος ή τιμητικό μνημείο. Μα ο Γουίλλιαμς δεν είναι πια σκλάβος. Είναι Έλληνας με την καρδιά. Είναι ένας από εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία μας χωρίς να γεννηθούν εδώ. Και γι’ αυτό, είναι δικός μας για πάντα.