Ήταν στιχουργός αλλά έγραφε σαν να του υπαγόρευε ο Καρυωτάκης και ο Καββαδίας μαζί. Ήθελε μόνο μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα.
Δεν δεχόταν καμία αλλαγή στους στίχους του. Έγραφε σαν να του υπαγόρευαν ο Καρυωτάκης και ο Καββαδίας.
Δεν ήθελε να τον βλέπει κανείς. Δεν ήθελε φωτογραφίες, δεν ήθελε μικρόφωνα. Είχε μόνο ένα σώμα γεμάτο σημάδια από βασανιστήρια και μια φωνή που περνούσε κατευθείαν στους στίχους. Όσοι τραγουδήσαμε τη Ρόζα, την Πιρόγα, το Ερωτικό, δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό του. Κι όμως, ήταν σαν να μας ήξερε όλους. Σαν να είχε γράψει μέσα από τις πληγές μας.
Το όνομά του ήταν Άλκης Αλκαίος. Στην πραγματικότητα Βαγγέλης Λιάρος. Παιδί της Πάργας και της Κοκκινιάς. Στα χρόνια της χούντας, ήταν φοιτητής Νομικής. Συνελήφθη επειδή βοήθησε στην απόπειρα απόδρασης του Αλέκου Παναγούλη. Τα βασανιστήρια τον σημάδεψαν για πάντα. Δεν μπόρεσε ξανά να ζήσει χωρίς πόνο. Και όμως, δεν κλείστηκε στον εαυτό του. Άνοιξε παράθυρα. Στα τραγούδια.
Έγραφε με το σώμα του. Με τις πληγές, με τη μοναξιά, με την πίστη σε έναν κόσμο που δεν θα έρθει ποτέ. Οι λέξεις του δεν ήταν στίχοι. Ήταν κομμάτια από έναν εσωτερικό πόλεμο. Είχε εμμονή με κάθε λέξη. Δεν δεχόταν αλλαγές, ούτε ρετουσάρισμα. Αν έγραφε «πιρόγα», εννοούσε μια βάρκα για να ξεφύγεις. Όχι μεταφορά. Όχι τεχνική. Αλήθεια.
Ο Θάνος Μικρούτσικος τον ανακάλυψε τυχαία. Ήταν ο μόνος που τον προσέγγισε αληθινά. Το “Εμπάργκο”, ο πρώτος τους δίσκος, ήταν περισσότερο βιβλίο παρά άλμπουμ. Κάθε τραγούδι ένα ποίημα, γεμάτο πολιτική, οδύνη, ελευθερία και καταραμένη ελπίδα. Ο Αλκαίος ήξερε να μιλά για τον κόσμο με τη φωνή ενός ναυτικού ή ενός εξόριστου.
Η ζωή του ήταν σχεδόν απομονωμένη. Τα τελευταία χρόνια της πέρασε μέσα σε ένα σπίτι, με τον πατέρα του να τον φροντίζει. Κι όμως, ακόμα και τότε, έγραφε. Τον πονούσε το σώμα αλλά τα χέρια του ακόμη έβγαζαν ποίηση. Από την Πάργα, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, έστελνε γραπτά, πάντα λιγομίλητος, αλλά πάντα εύστοχος. Ποτέ δεν έγινε μέρος του «συστήματος» του ελληνικού τραγουδιού.
Οι λέξεις του φέρνουν κάτι από τον Καρυωτάκη. Την αίσθηση του τέλους, της ματαιότητας, της θλίψης που δεν κλαίει, αλλά τρυπάει. Και κάτι από τον Καββαδία. Τη θάλασσα, την εξορία, το ταξίδι, τη μοναχική πορεία. Δεν ήταν τυχαίο ότι έγραφε σαν να είναι φυλακισμένος στο ίδιο του το σώμα και παράλληλα ταξιδευτής με πανιά φτιαγμένα από μελάνι.
Κανένας δεν τον φωτογράφιζε, κανένας δεν του έπαιρνε συνέντευξη. Ό,τι είχε να πει, το έλεγε στα τραγούδια του. Εκεί μας μίλησε για τον έρωτα που είναι μαχαίρι, για τον πόνο που πίνεται μαζί με το κρασί, για την ελευθερία που μοιάζει με σιωπή. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να γράψει στίχο όπως: «Ό,τι κερδίζω στ’ όνειρο, το χάνω στη ζωή». Και να τον πιστέψεις.
Δεν έβαζε την υπογραφή του εύκολα. Δεν ήθελε τίτλους, δεν ήθελε διασημότητα. Μόνο να φτάσει η θάλασσα ως τη σκάλα του. Έφυγε το 2012, αθόρυβα όπως έζησε. Όμως τα λόγια του είναι ακόμα εδώ. Σαν φάροι που ανάβουν όταν πνίγεσαι. Όχι για να σωθείς. Αλλά για να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.