Ήταν τραπεζίτης της Κωνσταντινούπολης, είχε χρυσά τάλιρα και υποκαταστήματα στη Βιέννη. Τα πούλησε όλα, πήρε όπλα, και πέθανε φτωχός για τη Μακεδονία.
Πήγε με όπλα που πλήρωσε από την τσέπη του. Άφησε παιδιά, πλούτη και τραπεζικές υπογραφές, για να πεθάνει φτωχός μέσα σε ένα καΐκι.
Εμμανουήλ Παπάς. Ένας Μακεδόνας που ξεκίνησε τη ζωή του ανάμεσα στα στασίδια και τα εικονίσματα, με πατέρα ιερέα. Ένας έμπορος που έγινε τραπεζίτης, με φήμη που ξεπερνούσε τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στις Σέρρες, τον χαιρετούσαν με σεβασμό και οι πιο σκληροί μπέηδες. Στην Κωνσταντινούπολη τον ήξεραν για τα χρυσά του τάλιρα. Στη Βιέννη είχε υποκαταστήματα. Κι όμως, δεν κράτησε τίποτα. Τα 300.000 τάλιρά του έγιναν καριοφίλια και μπαρουτοκαπνισμένοι μανδύες για τον αγώνα.
Μύησε κόσμο, πλήρωσε χρέη της Φιλικής Εταιρείας, εξαγόρασε θανατικές ποινές, και ετοίμασε σχέδιο δολοφονίας του σουλτάνου. Ήταν απ’ αυτούς που δεν έλεγαν λόγια. Ήταν ήδη σαράντα εννιά χρονών όταν άφησε πίσω παιδιά, τράπεζες και μεγαλείο και μπήκε σε ένα καΐκι φορτωμένο όπλα και ελπίδα. Πήγε στο Άγιο Όρος και έβαλε φωτιά σε μια γη που ως τότε σιωπούσε.
Η Μακεδονία, ασφυκτικά κοντά στην Κωνσταντινούπολη, δεν είχε εύκολη τύχη. Κι όμως εκείνος το 1821 ξεσηκώνει τον Πολύγυρο, γκρεμίζει τις τουρκικές φρουρές, ορίζει αρχηγείο του το Άγιο Όρος, και με δικά του λεφτά ντύνει, οπλίζει, ταΐζει και διδάσκει άντρες που δε γνώριζαν από πόλεμο. Γίνεται «Αρχηγός και Υπερασπιστής της Μακεδονίας» σε μια επανάσταση χωρίς κρατική υποστήριξη, χωρίς πίσω πόρτα διαφυγής.
Είναι μόνος. Στο βορρά, οι Οθωμανοί μαζεύουν στρατεύματα. Στο νότο, όλοι περιμένουν τη σφαγή. Ο Παπάς δεν διστάζει. Φτάνει μέχρι τη Ρεντίνα, προσπαθεί να κλείσει τους δρόμους ενισχύσεων από την Κωνσταντινούπολη. Ο καπετάν Χάψας φτάνει μια ανάσα από τη Θεσσαλονίκη. Μάχες σε Βασιλικά, Πολύγυρο, Σταυρό. Ήρωες πέφτουν με λίγες σφαίρες, αλλά με καρδιά που άναβε φλόγες.
Όταν οι Τούρκοι έρχονται με 30.000 στρατό, η ήττα δεν αργεί. Οι επαναστάτες σπάνε, ο Παπάς οπισθοχωρεί, ξαναοχυρώνεται. Τα μοναστήρια τον στηρίζουν ώσπου αρχίζουν να λιποψυχούν. Η Κασσάνδρα φλέγεται, οι φίλοι του σκοτώνονται, η οικογένειά του φυλακίζεται, η περιουσία του δημεύεται, το σπίτι του καίγεται. Και τότε, μόνος πια, ανεβαίνει πάλι σε ένα καΐκι. Όχι για να επιστρέψει στο εμπόριο ή στη δόξα. Αλλά για να φύγει, εξαντλημένος, άρρωστος, νικημένος μόνο στα χαρτιά. Πεθαίνει στον Καφηρέα. Μέσα στο καΐκι. Ήσυχα. Αλλά με την ψυχή του να φλέγεται.
Τον έθαψαν στην Ύδρα σαν αρχιστράτηγο. Τον μνημόνευσαν στη Βουλή. Το όνομά του δόθηκε στη γενέτειρά του. Αλλά την ψυχή του, λίγοι την κατάλαβαν. Ο Παπάς έδωσε ό,τι είχε και πέθανε φτωχός, μα ελεύθερος. Για μια Μακεδονία που τότε δεν ήξερε καν αν θα επιζήσει.