Ήθελε να ενώσει το Ρίο με το Αντίρριο από το 1880. Τον χλεύασαν. Του έριξαν την κυβέρνηση και πέθανε εξόριστος
Ήθελε να ενώσει το Ρίο με το Αντίρριο από το 1880.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1832, γιος του πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ανάδοχός του ήταν ο Μιαούλης. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι, και μέχρι τα 30 του είχε ήδη γίνει διπλωμάτης, διαπραγματευτής της παραχώρησης των Ιονίων νήσων και επιτετραμμένος της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Ήταν φτιαγμένος για τα δύσκολα από την πρώτη μέρα.
Το 1874, έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα Καιροί, με τίτλο «Τις πταίει;». Έδειχνε ευθέως τον βασιλιά ως υπεύθυνο για τη διαφθορά και την ακυβερνησία της εποχής. Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, κάτι τέτοιο σε οδηγούσε φυλακή. Ο εκδότης συνελήφθη. Ο Τρικούπης παρουσιάστηκε μόνος του και ανέλαβε την ευθύνη. Προφυλακίστηκε, αλλά αθωώθηκε. Λίγους μήνες μετά, ο ίδιος βασιλιάς που του πέρασε χειροπέδες, του ανέθεσε να σχηματίσει κυβέρνηση.
Την Ελλάδα τότε την κυβερνούσαν φάρσες. Μεγαλοϊδεατισμός, μιζέρια, κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο Τρικούπης ήθελε να φέρει νόμο, εκσυγχρονισμό, σιδηροδρόμους, σχολεία και διοίκηση. Κατάργησε τη δεκάτη στα δημητριακά. Έφερε μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Ίδρυσε την Αστυνομία και την Αγροφυλακή. Δρομολόγησε έργα υποδομής που δεν είχαν υπάρξει ποτέ.
Η Ελλάδα είχε τότε μόλις 9 χιλιόμετρα σιδηροδρόμου. Όταν έπεσε η τελευταία του κυβέρνηση, είχαν φτάσει τα 914. Έφερε και την αποξήρανση της Κωπαΐδας. Εγκαινίασε τη Διώρυγα της Κορίνθου. Έβαλε μπρος την αποπεράτωση του Αρχαιολογικού Μουσείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε, σχεδόν αιώνα πριν γίνει πραγματικότητα, τη ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου.
«Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ» του είπαν. «Είναι παρανοϊκό». Δεν ήταν η μόνη του ιδέα που θεωρήθηκε υπερβολική. Το ίδιο έλεγαν και για τη φορολόγηση του κρασιού, για τα μεγάλα δάνεια, για τον εξοπλισμό του Πολεμικού Ναυτικού. «Καταστρέφει τη χώρα», φώναζαν οι εφημερίδες. Ο αντίπαλός του Δηλιγιάννης, αεικίνητος λαϊκιστής, τον κατηγορούσε για όλα. Ο Σουρής τον σατίριζε ανελέητα με στίχους όπως «εφύτρωσε πρωθυπουργός με κόκκινο βρακί».
Το 1893 η Ελλάδα σταματά να πληρώνει τα δάνειά της. «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» – φράση που του αποδόθηκε αλλά ποτέ δεν είπε ακριβώς έτσι. Στην πραγματικότητα, ο βασιλιάς δεν κυρώνει το νέο δάνειο που είχε εξασφαλίσει ο Τρικούπης. Και οι αυλικοί στέλνουν απόρρητο σήμα στο Λονδίνο να πουλήσουν ελληνικά ομόλογα πριν καταρρεύσουν.
Παραιτείται. Χάνει τις εκλογές. Δεν βγαίνει καν βουλευτής. Φεύγει για τις Κάννες, απογοητευμένος, άρρωστος και μόνος. Εκεί πεθαίνει το 1896 από επιπλοκές της ποδάγρας. Η σορός του μεταφέρεται στην Αθήνα, όχι με βασιλική κάλυψη – ο Δηλιγιάννης αρνείται. Την ίδια μέρα, η Αθήνα ζητωκραυγάζει για τη νίκη του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο. Η χώρα χαίρεται. Ο οραματιστής της πεθαίνει.
Πάνω από έναν αιώνα αργότερα, η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου που φαντάστηκε, παίρνει το όνομά του.