Ήξεραν να διαβάζουν οι αρχαίοι Έλληνες;
Οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες δεν ήξεραν να διαβάζουν όπως το φανταζόμαστε σήμερα. Μόνο όσοι είχαν τα μέσα και την κοινωνική θέση αποκτούσαν τη γνώση των γραμμάτων.
Δεν είναι εύκολη η απάντηση στην ερώτηση αν οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν να διαβάζουν — γιατί εξαρτάται από το πότε ακριβώς αναφερόμαστε, πού ακριβώς, και ποιον ακριβώς. Η εικόνα δεν ήταν ίδια σε όλη την Ελλάδα ούτε σε όλες τις εποχές. Η λέξη «αναλφάβητος» δεν υπήρχε, αλλά η έννοια υπήρχε. Και όμως, το να μην ξέρει κανείς γράμματα στην αρχαία Ελλάδα δεν σήμαινε πάντα «αμορφωσιά» με τη σημερινή έννοια.
Στην Κλασική Αθήνα, γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ., η εκπαίδευση είχε γίνει θεσμός — για τα αγόρια των ελεύθερων πολιτών τουλάχιστον. Πολλοί Αθηναίοι ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν. Το σχολείο λεγόταν «διδασκαλείον», και εκεί μάθαιναν πρώτα τα βασικά: να γράφουν με γραφίδα πάνω σε ξύλινη πινακίδα με κερί, να συλλαβίζουν, να διαβάζουν σιγά, μετά δυνατά, και έπειτα να απομνημονεύουν Ομήρους. Η εκπαίδευση όμως δεν ήταν υποχρεωτική. Αν οι γονείς δεν είχαν λεφτά, το παιδί μπορεί και να μην πήγαινε ποτέ σχολείο. Η μάθηση δεν γινόταν ποτέ από το κράτος αλλά ήταν ιδιωτική υπόθεση.
Τα κορίτσια, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, δεν μάθαιναν γράμματα. Έμεναν στο σπίτι και μάθαιναν από τη μητέρα τους τις δουλειές του σπιτιού. Υπήρχαν φυσικά εξαιρέσεις, ιδιαίτερα σε πλούσιες οικογένειες ή σε πόλεις όπως η Σπάρτη ή σε εποχές όπως τα Ελληνιστικά χρόνια, αλλά πάντα εξαιρέσεις.
Στους αιώνες πριν από τον Περικλή, όταν ακόμα ο γραπτός λόγος δεν είχε διαδοθεί ευρέως, λίγοι ήξεραν γράμματα. Στην ομηρική εποχή, το κύριο μέσο μετάδοσης της γνώσης ήταν η προφορική παράδοση. Οι ραψωδοί ήξεραν τα έπη απ’ έξω, και τα τραγουδούσαν στις γιορτές. Το ίδιο ίσχυε για τους μύθους, την ιστορία, ακόμα και για τους νόμους. Οι πρώτοι νόμοι γράφτηκαν σε στήλες ή ξύλινες πινακίδες, όχι για να διαβαστούν απ’ όλους, αλλά για να υπάρχουν κάπου σταθερά, αμετάβλητα, προσβάσιμα έστω και από λίγους.
Όσο περνούσε ο καιρός, και ειδικά από τον 6ο αιώνα π.Χ. και μετά, η γνώση των γραμμάτων εξαπλωνόταν, κυρίως στις πόλεις-κράτη. Δεν υπήρχε όμως ένα «δημόσιο σχολείο» όπως σήμερα. Οι φτωχοί, οι δούλοι, οι γεωργοί της υπαίθρου, κατά πάσα πιθανότητα δεν ήξεραν ούτε το όνομά τους να γράφουν. Αυτό όμως δεν τους έκανε «κατώτερους» με τα κριτήρια της εποχής. Η σοφία ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο από τη γνώση γραφής. Ένας γεροντότερος με μνήμη και εμπειρία θεωρούνταν σοφότερος από έναν νέο που είχε πάει «σχολείο».
Η λέξη «γράμματα» ήταν πολύ σημαντική για τους αρχαίους. Ακόμα και στα Ευαγγέλια, όταν κάποιον έλεγαν «γράμματον» σήμαινε ότι ήταν μορφωμένος. Στους αρχαίους χρόνους, κάποιος που ήξερε να γράφει και να διαβάζει μπορούσε να γίνει γραφέας, υπηρέτης δημοσίων λειτουργιών, σύμβουλος, ακόμα και διδάσκαλος. Το επάγγελμα του «γραμματέως» ήταν σημαντικό. Οι γραφείς αντέγραφαν νόμους, καταλόγους, ονόματα, ψηφίσματα. Η δουλειά τους απαιτούσε ακρίβεια, όχι φαντασία. Ήταν τεχνίτες της γραφής.
Στην ελληνιστική εποχή, με την εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, η γραφή έγινε όπλο πολιτισμού. Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας συγκέντρωσε χιλιάδες έργα. Η γραφή πλέον είχε περάσει σε άλλο επίπεδο: ήταν μέσο διατήρησης της γνώσης. Οι Έλληνες μετέφραζαν, αντέγραφαν, σχολίαζαν, ερμήνευαν. Αλλά και πάλι, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διάβαζαν ποτέ βιβλίο. Ήταν σπάνιο αγαθό. Η προφορική κουλτούρα ήταν πιο δυνατή από τη γραπτή.
Και τότε, όπως και σήμερα, δεν ήταν η γνώση των γραμμάτων που έκανε κάποιον σοφό, αλλά ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο. Κι αν κάποιος ήξερε να διαβάζει, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι καταλάβαινε και αυτά που διάβαζε. Έτσι, η «γραμματομάθεια» των αρχαίων δεν ήταν οριζόντια. Ήταν ελιτίστικη. Αν κάποιος ήξερε γράμματα, ήταν ήδη προνομιούχος.