Ήξερε πως δεν θα ξαναδεί τα παιδιά του. Ανατινάχτηκε με τους Τούρκους για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια τους
Ήξερε ότι δεν θα ξαναδεί τα παιδιά του. Έτσι, ανατινάχτηκε με τους Τούρκους στη Μονή Σέκου.
Γεννήθηκε στον Όλυμπο, έμαθε τα όπλα από παιδί και μεγάλωσε με την ιδέα ότι δεν θα πεθάνει από γεράματα. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος ήταν από εκείνους που δεν ήθελαν να σώσουν τον εαυτό τους, ήθελαν να σώσουν την πατρίδα. Όταν βρέθηκε περικυκλωμένος από χιλιάδες Οθωμανούς στη Μονή Σέκου στη Μολδαβία, πήρε την πιο σπαρακτική απόφαση: να ανατιναχτεί, μαζί με τους συντρόφους του και όσους Τούρκους πλησίαζαν, για να μη συρθεί ζωντανός αιχμάλωτος.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1821. Είχε προηγηθεί η αποτυχία του κινήματος του Υψηλάντη. Οι Έλληνες επαναστάτες, κυνηγημένοι, εξαντλημένοι, λιγοστοί και προδομένοι, δεν είχαν πια πού να πάνε. Ο Ολύμπιος ήταν άρρωστος. Πονούσε, δεν μπορούσε να περπατήσει. Τον μετέφεραν σε φορείο. Αλλά δεν είπε ποτέ να τα παρατήσει.
Έφτασαν στη Μονή Σέκου με τον Ιωάννη Φαρμάκη και λιγότερους από 400 άντρες. Εναντίον τους βάδιζαν χιλιάδες Οθωμανοί. Κι όμως, αντί να διαφύγει, ο Ολύμπιος αποφάσισε να μείνει και να πολεμήσει. Το μοναστήρι, ένα πέτρινο φρούριο, έγινε το τελευταίο του οχυρό. Όταν οι Τούρκοι το περικύκλωσαν με κανόνια και πολιορκητικές μηχανές, εκείνος μάζεψε λίγους πιστούς συμπολεμιστές του στο καμπαναριό. Ήξερε πως δεν υπήρχε διαφυγή.
Στην τελευταία του προκήρυξη προς τους συντρόφους του, έγραψε: «Ας πεθάνουμε κοιτάζοντας άφοβα τον θάνατο στα μάτια. Ζήτω η Θρησκεία και η Ελευθερία της Ελλάδας!» Ήξερε πως δεν θα ξαναδεί τη γυναίκα του. Ήξερε πως το παιδί του, η Ευφροσύνη, θα γεννιόταν χωρίς να τον γνωρίσει ποτέ. Το είπε μόνος του: «Αν σκοτωθώ μη με κλάψεις. Από παιδί είχα τάξει τη ζωή μου στην Πατρίδα».
Όταν οι Τούρκοι πλησίασαν το καμπαναριό και φώναζαν να παραδοθεί, πυροβόλησε ένα βαρέλι με μπαρούτι. Η έκρηξη ακούστηκε σε όλη τη χαράδρα. Το καμπαναριό έγινε στάχτη. Μαζί του σκοτώθηκαν όσοι τον περικύκλωναν. Έγινε ο πρώτος Έλληνας που χρησιμοποίησε την πράξη της αυτοανατίναξης σαν μέσο αντίστασης και τιμής.
Ο θάνατός του αγνοήθηκε για χρόνια. Το ελληνικό κράτος δεν μετέφερε ποτέ τα οστά του στην Ελλάδα, όπως ήταν η τελευταία του επιθυμία. Η χήρα του πήρε μια σύνταξη πείνας, τα παιδιά του έζησαν στη σκιά, κι εκείνος έμεινε θαμμένος σε ξένη γη. Αλλά η πράξη του έμεινε: ένας άντρας που προτίμησε τη φωτιά της ελευθερίας από τα δεσμά της ντροπής