Κανείς δεν ήξερε καλύτερα το Βυζάντιο από αυτόν. Και το απέδειξε σε κάθε ναό που έσωσε.
Πριν μάθουμε τι σημαίνει βυζαντινή Θεσσαλονίκη, εκείνος είχε ήδη γράψει την ιστορία της. Με σιωπή, αγάπη και χειρόγραφα που δεν ξεπεράστηκαν ποτέ.
Δεν ήταν απλώς ένας καθηγητής. Ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος ήξερε το Βυζάντιο σαν να το είχε ζήσει. Διάβαζε τις πέτρες όπως άλλοι διαβάζουν βιβλία. Άνοιγε τοίχους και έβρισκε πρόσωπα. Ήξερε πότε ένα μνημείο μιλούσε και πότε σιωπούσε. Και τα κατέγραψε όλα. Με τρόπο τόσο ακριβή και λεπτομερή, που κανείς άλλος δεν τόλμησε να τον αμφισβητήσει.
Πήγε πρώτος εκεί που οι άλλοι έβλεπαν απλώς ρημάδια: στις Σέρρες, στην Καλαμπάκα, στη Θεσσαλονίκη, στην Παλαιόπολη της Κέρκυρας. Όπου υπήρχε κάτι θαμμένο, εκεί ήταν και εκείνος. Με ένα τετράδιο, μία φωτογραφική μηχανή και μια επιμονή που δεν έσπαγε ούτε από χρόνο ούτε από καιρό. Ανακάλυπτε ταπεινούς ναούς, καμένες επιγραφές, σβησμένες τοιχογραφίες — και τα ζωντάνευε όλα.
Η Θεσσαλονίκη τού χρωστά τα περισσότερα. Πριν γίνει μόδα η βυζαντινή της ταυτότητα, εκείνος είχε ήδη ανασκάψει, μελετήσει και ερμηνεύσει σχεδόν τα πάντα. Από τον Άγιο Δημήτριο ως την Παναγία Χαλκέων και τους μικρούς ναούς των Παλαιολόγων. Από τα μωσαϊκά μέχρι τις τελευταίες πινελιές μεταβυζαντινών ζωγράφων. Όλα καταγράφηκαν με σχολαστική ακρίβεια και βαθιά ευλάβεια.
Ο Ξυγγόπουλος δεν ενδιαφερόταν για το εντυπωσιακό. Τον συγκινούσε το ξεχασμένο. Δεν έγραφε για να υμνηθεί, αλλά για να μη χαθούν αυτά που αγαπούσε. Ο κατάλογος που έφτιαξε για το Μουσείο Μπενάκη, οι περιγραφές για τα μνημεία της Αθήνας, της Μακεδονίας, της Κρήτης και της Ηπείρου έγιναν σημείο αναφοράς. Μέσα από τα γραπτά του, χιλιάδες εικόνες απέκτησαν ημερομηνία, ταυτότητα και υπόσταση.
Πίστευε ότι κάθε εικόνα, κάθε ναός, κάθε υπογραφή ζωγράφου είναι ένα νήμα που ενώνει το τότε με το τώρα. Μελέτησε τον Πανσέληνο, την Κρητική Σχολή, τη μετά την Άλωση τέχνη, την εικόνα του Χριστού στη Χάλκη, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ψηφιδωτών. Δεν του ξέφευγε τίποτα. Και ό,τι έβρισκε το παρέδιδε με πάθος, με επιστημοσύνη, και πάνω απ’ όλα, με σεβασμό.
Δίδαξε, έγραψε, ανασκάλεψε. Και σε όλα αυτά, κράτησε τον ίδιο τόνο: έναν λόγο αυστηρό, αλλά όχι ψυχρό· μεστό, αλλά όχι ακαδημαϊκό· γεμάτο αγάπη για κάτι που είχε ξεθωριάσει στον χρόνο. Και κατάφερε το ακατόρθωτο: να κάνει τη βυζαντινή Ελλάδα να ακουστεί ξανά — όχι με ήχους, αλλά με εικόνες και σιωπές που αποκάλυπταν τα πάντα.