Κήρυξαν μόνοι τους την Επανάσταση το 1944 και πήγαν στην Αίγυπτο με βάρκα να το πουν στην Ελληνική Κυβέρνηση
Η επανάσταση της Καρπάθου το 1944 ξεκίνησε χωρίς εντολή. Με μια βάρκα και επτά άνδρες, το νησί ζήτησε πίσω την ελευθερία του.
Η Κάρπαθος, μακριά από την ηπειρωτική Ελλάδα, περιτριγυρισμένη από το θυμωμένο Καρπάθιο Πέλαγος, δεν περίμενε εντολές. Όταν ήρθε η ώρα της λευτεριάς, δεν ρώτησαν αν είναι ώρα. Την έκαναν. Στις 5 Οκτωβρίου 1944, ενώ οι Ιταλοί κατακτητές ακόμα κρατούσαν γερά σε όλη τη Δωδεκάνησο, οι Καρπάθιοι πήραν τα όπλα. Μόνοι τους. Από τα Μενετά ξεκίνησαν την εξέγερση και έφτασαν μέχρι τα Πηγάδια, την πρωτεύουσα. Μέσα σε μέρες, είχαν διώξει τους κατακτητές.
Η Κάρπαθος είχε ελευθερωθεί, αλλά το ελεύθερο νησί δεν είχε φωνή. Δεν υπήρχε ούτε τηλέφωνο, ούτε ραδιόφωνο, ούτε ασύρματος να πει στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου τι συνέβη. Έτσι, επτά Καρπάθιοι φόρτωσαν την ελπίδα τους σε μια ξύλινη βάρκα. Την είπαν «Immacolata» και την έστειλαν να διασχίσει τη Μεσόγειο. Με λίγα τρόφιμα και κουράγιο για χάρτη, έβαλαν ρότα για την Αλεξάνδρεια.
Στις 10 Οκτωβρίου 1944, άφησαν πίσω τους το Φοινίκι της Καρπάθου και πήγαν να αναζητήσουν την ελεύθερη Ελλάδα. Έξι μέρες έμεινε η Κάρπαθος μόνη, μέχρι να φανούν στον ορίζοντα τα βρετανικά αντιτορπιλικά. Οι επαναστάτες είχαν φτάσει στην Αίγυπτο. Και η είδηση της επανάστασης έφτασε, όχι με σήμα, αλλά με αίμα, αλμύρα και πίστη.
Στις 17 Οκτωβρίου, δύο βρετανικά πλοία μπήκαν στο λιμάνι. Στρατιώτες αποβιβάστηκαν όχι για να πολεμήσουν, αλλά για να χαιρετήσουν. Η Κάρπαθος είχε ήδη νικήσει. Και στις 7 Μαρτίου 1948, τέσσερα χρόνια μετά, το όνειρο έγινε πραγματικότητα: η επίσημη ένωση με την Ελλάδα. Όμως η ελευθερία της Καρπάθου δεν ήρθε με συνθήκες. Ήρθε με μια χούφτα ανθρώπους, ένα ξύλινο καΐκι, και μια επανάσταση που δεν ζήτησε άδεια για να ξεκινήσει.