Κλασικά η Ελλάδα τον ανακάλυψε μετά το Θάνατο του, μέχρι τότε δεν τον ήξερε κανείς. Εγινε ενας απο τους κορυφαίους του 20ου αιώνα
Ο Νίκος Σκαλκώτας παρά τις αντιξοότητες και την έλλειψη αναγνώρισης εν ζωή, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα
Ο Νίκος Σκαλκώτας γεννήθηκε το 1904 στη Χαλκίδα, σε μια οικογένεια με βαθιά μουσική παράδοση. Ο πατέρας του ήταν φλαουτίστας στη Φιλαρμονική της Χαλκίδας, ενώ ο προπάππος του ήταν γνωστός τραγουδιστής και βιολιστής. Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική και σε ηλικία πέντε ετών ξεκίνησε μαθήματα βιολιού με τον θείο του. Το 1910 η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα για να του προσφέρει καλύτερη μουσική εκπαίδευση. Φοίτησε στο Ωδείο Αθηνών και το 1918 αποφοίτησε με τη μεγαλύτερη διάκριση, κερδίζοντας το Χρυσό Μετάλλιο για την ερμηνεία του στο “Κοντσέρτο για Βιολί” του Μπετόβεν.
Το 1921 κέρδισε υποτροφία για σπουδές βιολιού στο Βερολίνο, αλλά γρήγορα η αγάπη του για τη σύνθεση τον τράβηξε σε άλλο δρόμο. Έγινε μαθητής σπουδαίων δασκάλων, όπως ο Άρνολντ Σένμπεργκ, και ανέπτυξε ένα εντελώς προσωπικό μουσικό ύφος, χωρίς να ακολουθεί πιστά το δωδεκαφθογγικό σύστημα του δασκάλου του. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία συνέθεσε περισσότερα από 70 έργα, αλλά τα περισσότερα χάθηκαν.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα το 1933 σηματοδότησε την αρχή μιας δύσκολης περιόδου. Το ελληνικό μουσικό κατεστημένο δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί τη μουσική του. Οι συνθέτες της Εθνικής Σχολής, που τότε κυριαρχούσαν, τον απέρριπταν και θεωρούσαν τη μουσική του ακαταλαβίστικη. Οι πόρτες ήταν κλειστές για εκείνον και για να ζήσει, αναγκάστηκε να εργαστεί ως βιολιστής στην Κρατική Ορχήστρα, στη Λυρική Σκηνή και στη Ραδιοφωνία. Παρά τις αντιξοότητες, δεν σταμάτησε να γράφει μουσική. Από το 1935 ως το 1945 δημιούργησε πάνω από 100 έργα, δουλεύοντας ακατάπαυστα, χωρίς καμία αναγνώριση.
Το 1946 παντρεύτηκε την πιανίστρια Μαρία Παγκαλή και το 1947 γεννήθηκε ο πρώτος του γιος, Αλέκος, που αργότερα έγινε ζωγράφος. Η ζωή του όμως ήταν γεμάτη απογοητεύσεις και οικονομικές δυσκολίες. Η ελληνική μουσική σκηνή εξακολουθούσε να τον αγνοεί και να τον αντιμετωπίζει με καχυποψία. Το 1949, μόλις 45 ετών, πέθανε ξαφνικά από επιπλοκές περισφιγμένης κήλης. Δύο μέρες μετά τον θάνατό του, γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του, Νίκος, που αργότερα διακρίθηκε στο σκάκι.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, κανένα από τα μεγάλα έργα του δεν εκτελέστηκε. Μόνο οι “36 Ελληνικοί Χοροί” παίχτηκαν ελάχιστες φορές. Η μουσική του ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της και η Ελλάδα τον ανακάλυψε μόνο μετά τον θάνατό του. Φίλοι και θαυμαστές του δημιούργησαν την “Εταιρεία Φίλων Σκαλκώτα” και άρχισαν να προωθούν το έργο του. Σήμερα, ο Σκαλκώτας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν πάνω από 170 έργα, από κοντσέρτα και συμφωνικές σουίτες μέχρι μουσική δωματίου και τραγούδια.
Οι μελετητές του έργου του τον κατατάσσουν ανάμεσα στους σπουδαιότερους μουσικούς της εποχής του. Ο Αυστροβρετανός μουσικολόγος Χανς Κέλερ είχε πει ότι οι τέσσερις κορυφαίοι συνθέτες του 20ού αιώνα ήταν ο Σένμπεργκ, ο Στραβίνσκι, ο Σκαλκώτας και ο Σοστακόβιτς. Η μουσική του, συνδυάζοντας την ελληνική παράδοση με πρωτοποριακές τεχνικές, παραμένει ζωντανή και εξακολουθεί να μελετάται και να εκτελείται διεθνώς.