Λίγοι θυμούνται απο το σχολείο πότε βάζουμε τελικό νι και πότε όχι
Τη δασκάλα ή την δασκάλα; Δεν ή δε;
Ήταν από εκείνα τα γραμματικά θέματα που πάντα μπέρδευαν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει φωναχτά. Το ταπεινό, τελικό νι. Το «ν» που προστίθεται ή αφαιρείται χωρίς να ειδοποιήσει, και που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν έκανες λάθος μόνο και μόνο επειδή έγραψες «την γάτα» ή «τη γάτα». Κάποτε το μάθαμε στο σχολείο. Σήμερα, ελάχιστοι θυμούνται γιατί υπάρχει και πότε μένει.
Ο βασικός κανόνας είναι απλός αλλά καθόλου απλοϊκός. Το «ν» στο «την», «αυτήν», «δεν» και «μην» κρατιέται όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από τα σκληρά σύμφωνα: κ, π, τ, γκ, μπ, ντ, ξ, ψ. Όχι επειδή έτσι το ήθελε κάποιος φιλόλογος, αλλά γιατί έτσι ακούγεται καλύτερα. Είναι θέμα ροής, όχι λογικής. Γι’ αυτό λέμε «την κόρη της» αλλά «τη δασκάλα της». Ροή και συνήθεια μαζί.
Υπάρχουν και τα σταθερά, τα «νι» που δεν φεύγουν ποτέ: στο «τον» και το «έναν», είτε ακολουθεί φωνήεν είτε σύμφωνο. Γιατί εκεί το νι δεν είναι φτιαγμένο για τη μουσικότητα – είναι φτιαγμένο για τη διάκριση. Αν πεις «το μεγάλο», το γένος είναι ουδέτερο. Αν πεις «τον μεγάλο», ξέρεις ότι μιλάς για αρσενικό. Ένα νι, ένας κόσμος διαφοράς. Σημασιολογικό, όχι φωνολογικό.
Οι παλιότερες γραμματικές είχαν πιο αυστηρούς κανόνες. Κρατούσαν το τελικό νι παντού. Ειδικά πριν από επίθετα ή κύρια ονόματα, το νι ήταν σχεδόν υποχρεωτικό. «Τον Ροΐδη», «τον Φαίδωνα», «τον δυνατό άνεμο». Ήταν η εποχή που η γραμματική έπρεπε να προστατεύει τη σαφήνεια, ακόμη κι αν πήγαινε ενάντια στην καθημερινή χρήση. Γιατί «το δυνατό άνεμο» θα μπορούσε να φανεί λάθος σε κάποιο μάτι.
Από την άλλη, υπήρξαν και γλωσσολόγοι που βρήκαν όλη αυτή την εμμονή υπερβολική. Έλεγαν ότι στον φυσικό λόγο, η σύγχυση είναι σπάνια. Αν κάποιος πει «το μεγάλο», καταλαβαίνεις από το υπόλοιπο της πρότασης αν είναι ουδέτερο ή όχι. Γιατί να φορτώνεις τη γραμματική με άχρηστους κανόνες; Ένα νι λιγότερο δεν αλλάζει τον κόσμο. Εκτός κι αν είσαι σχολικός διορθωτής.
Το τελικό νι έγινε, χωρίς να το καταλάβουμε, σύμβολο αντίληψης. Άλλοι το βλέπουν σαν δείγμα ευπρέπειας στον γραπτό λόγο. Άλλοι σαν γλωσσική περιττολογία. Κάποιοι το κρατούν παντού από συνήθεια. Άλλοι το κόβουν σταθερά. Κι έτσι φτάσαμε στο σήμερα: όπου στα σχολεία συνεχίζει να διδάσκεται, αλλά στο διαδίκτυο έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Όπως τα σημεία στίξης ή η υπομονή.
Το «ν» στο τέλος μιας λέξης δεν είναι ποτέ απλώς ένα γράμμα. Είναι σημάδι της εποχής, της εκπαίδευσης, του ύφους, του επιπέδου γραφής. Και το πιο παράξενο; Όσο λιγότερο το βλέπουμε, τόσο περισσότερο το παρατηρούμε όταν εμφανίζεται. Σαν παλιός φίλος που χτυπάει ξαφνικά την πόρτα.