Μας έδωσε την περιουσία του για την Επανάσταση. Πέθανε τελώνης στο Ναύπλιο, φτωχός και ξεχασμένος.
Ο Παναγιώτης Σέκερης χρηματοδότησε μόνος του τη Φιλική Εταιρεία, προσέφερε πάνω από 1.000.000 γρόσια για την Επανάσταση και πέθανε χωρίς κανείς να τον τιμήσει.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1783, σε μια εποχή όπου η σκλαβιά ήταν δεδομένη και οι ευκαιρίες για τους Έλληνες μετρημένες. Ήταν γιος εμπόρου, αλλά το μέλλον του άλλαξε βίαια στα δεκαπέντε του χρόνια, όταν είδε με τα μάτια του τον πατέρα του να δολοφονείται. Ο Παναγιώτης Σέκερης θα εγκαταλείψει την πόλη και θα βρεθεί στις Σπέτσες, φιλοξενούμενος σε συγγενικό του σπίτι, ξεκινώντας εκεί τη διαδρομή του στον κόσμο του εμπορίου.
Σύντομα θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, και με την ευφυΐα και την εργατικότητά του θα μετατραπεί σε έναν από τους πιο ισχυρούς Έλληνες μεγαλεμπόρους της εποχής. Θα αποκτήσει στόλο με δεκαπέντε πλοία, θα ανοίξει παραρτήματα σε Οδησσό και Μόσχα και θα είναι ήδη πλούσιος όταν κάποιος τον πλησιάσει για κάτι πολύ πιο επικίνδυνο απ’ το εμπόριο: την Επανάσταση.
Η μύησή του στη Φιλική Εταιρεία έγινε το 1818 από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη μυημένος. Ήταν εκείνος που διέθεσε το ασύλληπτο ποσό των 10.000 γροσίων από την πρώτη στιγμή, ποσό μεγαλύτερο από το σύνολο όσων είχαν συγκεντρωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και δεν σταμάτησε εκεί. Ξεκίνησε να μυεί πλοιάρχους, εμπόρους και στελέχη του ελληνισμού σε όλη την Οθωμανική επικράτεια. Το κύρος του ήταν η πιο ισχυρή σφραγίδα εμπιστοσύνης στη μυστική οργάνωση.
Όταν πέθανε ο Νικόλαος Σκουφάς, οι υπόλοιποι αρχηγοί αποκάλυψαν στον Σέκερη όλη την αλήθεια για την «Ανώτατη Αρχή». Του παρέδωσαν τα πάντα και τον όρισαν επικεφαλής στην Κωνσταντινούπολη. Όλα τα νέα μέλη περνούσαν πια μέσα από εκείνον. Όλες οι συνδρομές, όλα τα αφιερωτικά γράμματα, όλα τα αιτήματα. Και όλα, σχεδόν πάντα, καλύπτονταν από την τσέπη του.
Για να ανταποκριθεί, άρχισε να δανείζεται. Η επιχείρησή του, η αυτοκρατορία που είχε χτίσει με ιδρώτα, χρεοκόπησε. Το 1820 είχε σχεδόν μηδενίσει την περιουσία του και συνέχιζε να πληρώνει. Το 1821, όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας πίσω ό,τι είχε απομείνει. Ολόκληρη η περιουσία του, σε κινητά και ακίνητα, ξεπερνούσε το 1.000.000 γρόσια.
Βρέθηκε στην Οδησσό, φτωχός, πικραμένος, αλλά όχι αδρανής. Βοηθούσε με κάθε τρόπο όσους Έλληνες κατέφευγαν εκεί για να γλιτώσουν από την Οθωμανική εκδίκηση. Περίμενε πως κάποια στιγμή θα τον καλούσαν να βοηθήσει τον Αγώνα με πιο ενεργό ρόλο. Δεν τον κάλεσαν ποτέ.
Όταν η Επανάσταση τελείωσε, το 1830 επέστρεψε στην Ελλάδα με την οικογένειά του. Ήταν ένας από τους βασικούς χρηματοδότες του Αγώνα. Ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς. Ένας από τους ανθρώπους που χωρίς αυτούς δεν θα είχε ξεκινήσει τίποτα. Και όμως, δεν του δόθηκε ούτε μία αξιοσέβαστη θέση.
Έγινε τελώνης. Στην Ύδρα. Μετά στο Ναύπλιο. Πέθανε εκεί, το 1847, ξεχασμένος και πάμφτωχος. Δεν αποζημιώθηκε ποτέ για την προσφορά του. Ούτε υλικά, ούτε ηθικά. Το αρχείο του με τις επιστολές και τους καταλόγους της Φιλικής Εταιρείας είναι σήμερα μία από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορία του Αγώνα. Και ίσως, το μόνο που απέμεινε για να τον θυμόμαστε.