Μεγάλη Παρασκευή τον περικύκλωσαν 200 Τούρκοι. Δεν πολέμησε. Παρέδωσε το σώμα του και 45 άντρες για να σωθούν οι υπόλοιποι.
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή όταν τον περικύκλωσαν 200 Τούρκοι. Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος δεν πολέμησε.
Ήταν 15 Απριλίου 1905, Μεγάλη Παρασκευή. Στο χωριό Βελκαμένη, κάπου ανάμεσα στα σκοτεινά βουνά της Φλώρινας, το αντάρτικο σώμα του Νικόστρατου Καλομενόπουλου είχε βρεθεί παγιδευμένο. Διακόσιοι Τούρκοι στρατιώτες, με διαταγές να εξοντώσουν κάθε ελληνική ομάδα, είχαν περικυκλώσει το σημείο. Ήταν η πρώτη μέρα του Πάθους. Και ο Καλομενόπουλος είχε μπροστά του μια σταύρωση χωρίς ανάσταση.
Ο ίδιος ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Νίδας. Μαχητής, στρατιωτικός, Μακεδονομάχος, με δράση από την Κρήτη ως τη Μακεδονία. Τη μέρα εκείνη, όμως, δεν είχε να διαλέξει ανάμεσα στη μάχη και την ήττα. Είχε να επιλέξει ανάμεσα στον θάνατο δεκάδων συντρόφων του και στην παράδοση. Οι οδηγίες του ήταν ρητές: δεν επιτρεπόταν σύγκρουση με τακτικό τουρκικό στρατό, μόνο με Βούλγαρους κομιτατζήδες.
Ορισμένοι υπαρχηγοί του ήθελαν μάχη. Να πεθάνουν με το όπλο στο χέρι. Άλλοι, όμως, έψαχναν δρόμο διαφυγής. Ο Αντώνης Τσίτουρας και ο καπετάν Ρέμπελος πραγματοποίησαν έξοδο με περίπου πενήντα πέντε άντρες. Κατάφεραν να ξεφύγουν από τον κλοιό. Πίσω έμειναν σαράντα πέντε, μαζί με τον ίδιο τον Καλομενόπουλο. Ούτε οχυρό, ούτε στήριξη, ούτε ελπίδα.
Παραδόθηκε. Όχι από δειλία, αλλά από στρατιωτική επιλογή. Ήξερε ότι η σύγκρουση θα οδηγούσε σε αιματοχυσία. Ότι θα κάηγε το χωριό. Ότι η ημέρα της θυσίας θα γινόταν ημέρα σφαγής. Η απόφασή του καταγράφηκε ως μία από τις πιο δύσκολες επιλογές ηγέτη σε ολόκληρο τον Μακεδονικό Αγώνα. Έσωσε όσους μπορούσε.
Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στη Φλώρινα και από εκεί στο Μοναστήρι. Ο Καλομενόπουλος δικάστηκε από τουρκικό δικαστήριο και φυλακίστηκε για τρία χρόνια. Έμεινε αιχμάλωτος, αλλά δεν σταμάτησε να σχεδιάζει την επόμενη του κίνηση. Δραπέτευσε και επέστρεψε στον αγώνα. Δεν σταμάτησε ποτέ.
Συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίστηκε στη μάχη του Σαρανταπόρου, διετέλεσε φρούραρχος Σμύρνης και διοικητής Κρήτης και Λέσβου. Αλλά πάντα κουβαλούσε μέσα του τη Μεγάλη Παρασκευή του 1905. Τη μέρα που έπρεπε να μην πολεμήσει για να σώσει. Να παραδοθεί για να υπάρξουν άλλοι.