Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου. Σε ποιον απευθύνεται ο σπαρακτικός στίχος του Ελύτη
Δεν είναι ποίηση. Είναι ικεσία. Είναι η φωνή μιας Ελλάδας που πληγώθηκε, και το μόνο που ζητά είναι να μην ξεχαστεί.
Είναι φορές που ένας στίχος δεν χρειάζεται εξήγηση. Δεν χρειάζεται ανάλυση, ούτε σχολιασμό. Στέκεται μόνος του, σαν μνημείο μέσα στον χρόνο. Ο στίχος του Ελύτη «Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου» δεν απευθύνεται μόνο στο νου. Απευθύνεται στο αίμα. Στην καρδιά. Στην ψυχή αυτού του τόπου.
Δεν είναι ένα απλό κάλεσμα. Είναι κραυγή μέσα στη σιωπή. Είναι η φωνή ενός λαού που ματώνει, που χάνει τα παιδιά του, που ξενιτεύεται, που σβήνεται απ’ τους χάρτες των ισχυρών, και που το μόνο που ζητά δεν είναι βοήθεια — είναι να μη τον ξεχάσουν. Είναι η Ελλάδα που δεν φωνάζει, δεν παρακαλά, δεν χτυπιέται. Σκύβει το κεφάλι και λέει: «Μη λησμονάτε…»
Κι αν στο χαρτί ο στίχος συγκινεί, στη μουσική μετατρέπεται σε προσευχή. Όταν τον τραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, η Ελλάδα όλη δάκρυσε. Δεν ήταν πια ποίηση. Ήταν η φωνή του στρατιώτη που έμεινε θαμμένος στα βουνά. Ήταν ο παππούς με τη φωτογραφία στο πορτοφόλι. Ήταν η μάνα με το γράμμα του γιου που δεν γύρισε ποτέ. Ήταν ο ίδιος ο Ελύτης που μιλούσε μέσα απ’ τη φωνή του λαού.
Το «Άξιον Εστί» δεν είναι ένα απλό έργο. Είναι η σύνοψη της ελληνικής ψυχής. Και το «Μη παρακαλώ σας…» είναι η σπαρακτικότερη του στιγμή. Μέσα σ’ αυτό τον στίχο χωράνε τα ξεριζωμένα παιδιά της Μικρασίας, οι ανώνυμοι ήρωες του ’40, οι φτωχοί των χωριών, οι χαμένοι μετανάστες της Αμερικής. Όλοι όσοι έφυγαν ή χάθηκαν ζητώντας μόνο ένα πράγμα: να μη σβηστούν από τη μνήμη.
Ο Ελύτης δεν γράφει για την Ελλάδα των χαρτών. Γράφει για τη χώρα που υπάρχει μέσα σε κάθε Έλληνα. Γράφει για το χωριό, το χώμα, την αυλή, τον τοίχο με τις ρωγμές, τη φωνή του πατέρα όταν λέει «παιδί μου». Κι όταν ζητά να μην την ξεχάσουμε, ξέρει καλά τι λέει. Ξέρει ότι αυτός ο τόπος δεν κινδυνεύει μόνο από σφαίρες. Κινδυνεύει από τη λήθη.
Κι εμείς; Εμείς, που ακούσαμε τον στίχο αυτό στις παρελάσεις, στα τραγούδια, στο σχολείο, στα μνημόσυνα, έχουμε χρέος. Όχι μόνο να τον θυμόμαστε, αλλά να τον κουβαλάμε. Όταν βλέπουμε κάποιον να γελάει με τη λέξη «πατρίδα», να του θυμίζουμε ότι υπάρχουν και λέξεις που δεν γελοιοποιούνται. Όταν ξεχνάμε, να σταματάμε. Να στεκόμαστε. Και να τον λέμε από μέσα μας:
Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου.