Μια άμαξα με ένα άσπρο κι ένα μαύρο άλογο ήταν εκεί την ώρα της κηδείας του. Γιατί ο Σερ το είχε τραγουδήσει.
Ένα άσπρο κι ένα μαύρο άλογο, είπε στο τραγούδι του. Στην κηδεία του, αυτή η εικόνα έγινε πραγματικότητα.
Ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα του τραγούδια. Και ίσως το πιο προφητικό. «Ένα όμορφο αμάξι με δύο άλογα, να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω… το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο, όπως τα όνειρα που έκανα παιδί, το άλλο τ’ άλογο να είναι μαύρο, σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή». Δεν ήταν στίχοι που πέρασαν έτσι. Ήταν λόγια που τύπωσαν τη μοίρα του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Στις 7 Απριλίου 2005, στην κηδεία του, έξω από την εκκλησία στεκόταν πράγματι μια παραδοσιακή άμαξα. Το ένα άλογο ήταν λευκό. Το άλλο κατάμαυρο. Κανείς δεν χρειαζόταν να εξηγήσει. Ήταν η σιωπηλή υπόκλιση ενός έθνους στον τραγουδιστή που έντυσε με φωνή την ποίηση, τη φτώχεια, την πατρίδα, τη ρωμιοσύνη. Ήταν σαν το ίδιο το τραγούδι να είχε ζωντανέψει για να τον συνοδέψει στο τελευταίο του ταξίδι.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ξεκίνησε από το Περιστέρι, υδραυλικός και φτωχόπαιδο, με όνειρο μόνο τη μουσική. Στα Δεκεμβριανά κρυβόταν μέσα σε πηγάδι για να σωθεί. Στη Μακρόνησο, όχι ως κρατούμενος αλλά ως στρατιώτης συνοδός, γνώρισε τον εξόριστο τότε Μίκη Θεοδωράκη. Από εκείνη τη συνάντηση γεννήθηκαν μερικά από τα πιο σπουδαία έργα του ελληνικού τραγουδιού.
Δεν ήταν απλώς ερμηνευτής. Ήταν το σώμα και η φωνή της λαϊκής ψυχής. Μελοποίησε ποίηση σε εποχές που κάτι τέτοιο ακουγόταν ριψοκίνδυνο. Τραγούδησε Ρίτσο και Ελύτη, Τσιτσάνη και Βαμβακάρη, Ξαρχάκο και Λειβαδίτη. Ήταν ο πρώτος που έκανε τον στίχο του αγώνα να ακούγεται σε λαϊκά πικάπ και όχι μόνο σε λέσχες διανοουμένων.
Τον είπαν “Σερ”. Όχι επειδή ήταν αριστοκράτης, αλλά επειδή το ήθος, η στάση και η φωνή του είχαν μια αρχοντιά που δεν αντιγράφεται. Ο χαρακτηρισμός ξεκίνησε από τον Δημήτρη Ψαθά σε ένα χρονογράφημα. Κι από τότε, κανείς δεν τον είπε αλλιώς.
Όταν τον ρώτησαν γιατί έδωσε το ίδιο όνομα στον γιο του, απάντησε: «Γιατί όταν πεθάνω, θέλω να επιστρέψει στο σπίτι ένας Γρηγόρης Μπιθικώτσης». Είχε πάντα αυτή τη γλυκιά σοφία του ανθρώπου που μεγάλωσε μες στη φτώχεια αλλά δεν έγινε ποτέ φτωχός στην καρδιά.
Ο ίδιος δεν έφυγε ποτέ από το τραγούδι. Ούτε από τις καρδιές εκείνων που, ακούγοντας μια βαθιά υπόκλιση και ένα χειροφίλημα, ένιωθαν ότι η Ελλάδα είχε ακόμη μια φωνή να την πονά και να την υμνεί.