Μια απαγωγή στον Μαραθώνα του 1800. Οι ληστές άρπαξαν χωρικό και ζήτησαν αστρονομικό ποσό για να τον αφήσουν ζωντανό
Λίγο πριν την Επανάσταση, οι κάτοικοι του Μαραθώνα δεν φοβόντουσαν μόνο τους Τούρκους.
Ο Άγγλος περιηγητής πέρασε τη νύχτα του σε ένα απλό χωριάτικο σπίτι, στα περίχωρα του Μαραθώνα, ένα βράδυ του Οκτώβρη του 1800. Το φτωχικό ήταν γεμάτο παιδιά, στάχτες από φωτιά, υφαντουργικά εργαλεία και το διακριτικό άρωμα της βρεγμένης γης. Οι κόρες της οικογένειας έπλεκαν βαμβάκι, η μάνα έψηνε πίτες και ο αφέντης του σπιτιού δεν ήταν εκεί. Τον είχαν πάρει οι ληστές.
Μερικές νύχτες νωρίτερα, την ώρα που όλοι κοιμόντουσαν, μια συμμορία από «κλέφτες» –όπως αποκαλούνταν τότε– τον άρπαξε και τον ανέβασε στα βουνά της Πεντέλης. Η γυναίκα του, ήρεμη αλλά παγωμένη, εξηγούσε στους ξένους ότι οι απαγωγείς ζητούσαν χίλιες τουρκικές λίρες. Ένα ποσό απλησίαστο για έναν άνθρωπο που μόλις είχε λίγο καλαμπόκι και ένα σακί αλεύρι στο κελάρι.
Η πληροφορία αυτή δεν ήταν φήμη. Την κατέγραψε με ψυχραιμία και σοκ ο ίδιος ο περιηγητής, που έμεινε στο σπίτι της οικογένειας εκείνο το βράδυ. Δεν αναφέρει όνομα. Μόνο τον τόπο: Ζεφύρι. Εκεί κοιμήθηκε, με τη γυναίκα του απαχθέντος και τα παιδιά της, την ώρα που ο σύζυγός της ήταν δεμένος κάπου στα βουνά, με έναν φύλακα πάνω απ’ το κεφάλι του και μια διορία.
Η απαγωγή δεν έγινε για πολιτικούς λόγους. Δεν ήταν πράξη αντίστασης ή εθνικής εκδίκησης. Ήταν καθαρή απληστία. Οι ληστές ήξεραν ότι δεν υπήρχε αστυνομία. Ήξεραν ότι οι φτωχοί θα κατέβαιναν στα γόνατα, θα δανείζονταν, θα εκλιπαρούσαν. Και όσο δεν ερχόταν το ασήμι, θα βασάνιζαν τον άντρα, ή απλώς θα τον έπαιρνε το βουνό για πάντα.
Στην προεπαναστατική Αττική, ο τρόμος δεν ερχόταν μόνο από τους φόρους, τον Οθωμανό ή τον αγά. Ερχόταν και από τους «δικούς μας». Ληστρικές συμμορίες που δρούσαν με στρατιωτική ακρίβεια, σε ένα έδαφος χωρίς νόμο και χωρίς ελπίδα. Εκείνοι που σήμερα θα λέγαμε “εγκληματίες”, τότε θεωρούνταν απλώς μέρος της φύσης του τόπου.
Αυτός ο Μαραθώνας δεν είχε τίποτα ηρωικό. Ήταν ένα μέρος όπου οι οικογένειες ζούσαν με την προσευχή ότι όλοι θα επιστρέψουν το βράδυ. Ούτε οι Τούρκοι δεν είχαν τέτοια παρουσία όσο οι ίδιοι οι ληστές. Και στο Ζεφύρι, εκείνο το βράδυ, ένας ξένος έμαθε από πρώτο χέρι τι σημαίνει να περιμένεις λύτρα για τον άντρα σου – ενώ ανάβεις φωτιά για να φιλέψεις τους ξένους.