Μια ολόκληρη οικογένεια δίδασκε για 60 χρόνια στα Ιωάννινα. Ο Αλή Πασάς έκαψε ό,τι είχαν χτίσει
Δίδασκαν πατέρας, γιοι κι ανιψιοί, επί εξήντα χρόνια στα Ιωάννινα. Είχαν φτιάξει μια βιβλιοθήκη μοναδική. Και ήρθε μια νύχτα που ο Αλή Πασάς την έκανε στάχτη.
Για έξι δεκαετίες, μια οικογένεια από τα Ιωάννινα κρατούσε ζωντανή τη φλόγα της γνώσης σε μια εποχή σκοτεινή. Ο πατέρας, οι γιοι του και μετά ο εγγονός, διδάσκαλοι όλοι, μετέτρεψαν ένα σχολείο σε πνευματικό φάρο που ξεχώριζε όχι μόνο στην Ήπειρο, αλλά σε όλο τον Ελληνισμό. Όταν όμως οι φλόγες της ιστορίας άγγιξαν την αυλή τους, δεν άφησαν πίσω τους ούτε τα βιβλία.
Ο Κοσμάς Μπαλάνος γεννήθηκε το 1731 στα Ιωάννινα, την εποχή που η πόλη ήταν κάτι παραπάνω από ένα εμπορικό κέντρο· ήταν ένα άτυπο πανεπιστήμιο. Γιος του σπουδαίου διδασκάλου του Γένους, Μπαλάνου Βασιλόπουλου, ο Κοσμάς ήταν ο δεύτερος κρίκος σε μια αλυσίδα παιδείας που απλωνόταν από τη Μακεδονία ως τη Μολδαβία. Δίδαξε πρώτα στη Θεσσαλία και τη Θεσσαλονίκη, αλλά το 1756 επέστρεψε στα Ιωάννινα για να συνεχίσει το έργο του πατέρα του στη Σχολή Γκιούμα.
Ήταν ήδη ιερέας όταν ανέλαβε τη σχολή, και η διπλή του ιδιότητα ως πνευματικού και δασκάλου του έδωσε ιδιαίτερο κύρος. Δεν δίδασκε μόνο γράμματα· καθοδηγούσε ψυχές. Μαθητές του έγιναν λόγιοι, επιστήμονες, αγωνιστές. Στο πλευρό του εργάζονταν αργότερα και τα τρία του αδέλφια: ο Κωνσταντίνος, ο Αναστάσιος και ο Δημήτριος. Ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση παιδείας, στημένη πάνω σε πάπυρους, κιμωλίες και φλόγες κεριών.
Κάθε αλλαγή γενιάς ήταν συνέχεια, όχι αντικατάσταση. Μετά τον Κοσμά ήρθε ο Αναστάσιος, και μετά τον Αναστάσιο ο Γρηγόρακος, ο γιος του Δημητρίου. Η σχολή γινόταν διαρκώς πιο πλούσια σε βιβλία και χειρόγραφα. Λέγεται πως μέσα της υπήρχαν έργα που δεν βρίσκονταν πουθενά αλλού στα Βαλκάνια. Ο Κοσμάς είχε συγγράψει και ο ίδιος θεολογικά και μαθηματικά έργα, αλλά πολλά δεν εκδόθηκαν ποτέ. Έμειναν ανέκδοτα, σε χειρόγραφα που διαβάζονταν στους διαδρόμους της σχολής, σαν ζωντανή φωνή του Γένους.
Αλλά όλα χάθηκαν. Το 1820, όταν ο Αλή Πασάς έβαλε φωτιά στην πόλη, η σχολή παραδόθηκε στις φλόγες. Τα βιβλία, τα χειρόγραφα, οι σημειώσεις, η πνευματική κληρονομιά τριών γενεών, έγιναν στάχτη. Το έργο του Κοσμά, ό,τι δεν είχε ήδη τυπωθεί, καταστράφηκε χωρίς να σωθεί ούτε σε αντίγραφο. Η βιβλιοθήκη της Σχολής Γκιούμα, που θεωρούνταν θησαυροφυλάκιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, έσβησε σε λίγες ώρες.
Ήταν μόνο ο Δημήτριος Μπαλάνος που άφησε απογόνους, ζώντας στη Μολδοβλαχία. Ο Κοσμάς δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν απέκτησε παιδιά, και παρ’ ότι κάποια κείμενα τον αναφέρουν λανθασμένα ως πατέρα μεταγενέστερων προσώπων, οι ημερομηνίες το διαψεύδουν. Εκείνος είχε αφιερωθεί στην Εκκλησία, στη γνώση και στους μαθητές του. Ήταν ένας δάσκαλος χωρίς βιολογικούς κληρονόμους, αλλά με πνευματικούς απογόνους που μετέφεραν τη φλόγα του πολύ πέρα από τα Ιωάννινα.
Σήμερα, ελάχιστοι γνωρίζουν το όνομά του. Κι όμως, χωρίς εκείνον και την οικογένειά του, ίσως η Ήπειρος να μην είχε αναδείξει τόσους λόγιους στην πιο κρίσιμη περίοδο του υπόδουλου Ελληνισμού. Κι αν δεν είχε καεί η βιβλιοθήκη τους, ίσως να είχαμε στα χέρια μας έργα που θα άλλαζαν την ιστορία της ελληνικής σκέψης.