Μόλις είδε τι έφτιαξε είπε: Έγινα ο Θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων
Όταν ο Oppenheimer είδε την πρώτη πυρηνική έκρηξη, δεν πανηγύρισε. Ψιθύρισε λόγια από ινδουιστικό έπος. Γιατί ήξερε τι είχε φέρει στον κόσμο.
Ήταν 16 Ιουλίου 1945, λίγο πριν ξημερώσει. Στην έρημο του Νέου Μεξικού, επιστήμονες του προγράμματος Manhattan περίμεναν αμίλητοι τη δοκιμή που ονομαζόταν “Trinity”. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ένα νέο κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας θα άνοιγε — με έκρηξη, φως και απόλυτη σιωπή. Στο επίκεντρο της στιγμής, ένας άντρας στεκόταν με τα χέρια δεμένα πίσω απ’ την πλάτη. Ονομάζονταν Robert Oppenheimer.
Εκείνο που είδαν —μια πύρινη σφαίρα που υψώθηκε στον ουρανό με ικανή δύναμη να καταστρέψει ολόκληρες πόλεις— δεν είχε προηγούμενο. Η έκρηξη ακούστηκε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Το έδαφος έτρεμε. Η άμμος έλιωσε και έγινε γυαλί. Και ο Οppenheimer, εκείνη τη στιγμή, ψιθύρισε κάτι που θα έμενε στην Ιστορία:
«Now I am become Death, the destroyer of worlds.»
Ή στα ελληνικά:
«Έγινα ο Θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων.»
Δεν ήταν δικά του λόγια. Ήταν στίχος από την Bhagavad Gita, ένα αρχαίο ινδουιστικό έπος, γραμμένο στα σανσκριτικά. Ο Οppenheimer το είχε μελετήσει χρόνια πριν, από καθαρό φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Γνώριζε τη γλώσσα. Καταλάβαινε τα συμφραζόμενα. Και στη φράση εκείνη, ένιωθε να αντικατοπτρίζεται αυτό που μόλις είχε δημιουργήσει: μια τεχνολογική δύναμη ικανή να καταστρέψει ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Το παράδοξο είναι πως, ενώ ο ίδιος θεωρούνταν ήρωας για την επιτυχία του προγράμματος, έπεσε σύντομα σε δυσμένεια. Πίεσε για διεθνή έλεγχο των πυρηνικών όπλων, εναντιώθηκε στη δημιουργία της βόμβας υδρογόνου και απομακρύνθηκε από την επιρροή που είχε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Έγινε σύμβολο επιστημονικής μετάνοιας. Όχι γιατί ήθελε να καταστρέψει, αλλά γιατί κατάλαβε, νωρίς, τι είχε φέρει στον κόσμο.
Η φράση του — με τα λόγια ενός αρχαίου θεού — δεν ήταν εξιδανίκευση. Ήταν η πιο λιτή παραδοχή ευθύνης. Και η πιο τρομακτική διατύπωση που ακούστηκε ποτέ από επιστήμονα. Όταν κάποιος φτιάχνει όπλο που μπορεί να τελειώσει τον κόσμο, δεν λέει «νικήσαμε». Λέει: Έγινα ο Θάνατος.