Όταν ο Χίτλερ ξεκίνησε την πρώτη μεγάλη εκστρατεία κατά του καπνίσματος στον κόσμο
Στη δεκαετία του 1930 η ναζιστική Γερμανία ξεκίνησε μια από τις πρώτες μεγάλες αντικαπνιστικές εκστρατείες, στηριζόμενη σε πρώιμες ιατρικές έρευνες και περιορισμούς στο δημόσιο κάπνισμα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το τσιγάρο βρισκόταν σχεδόν παντού. Στις διαφημίσεις, στα καφέ, στους χώρους δουλειάς, ακόμη και μέσα σε ιατρεία. Λίγοι μιλούσαν σοβαρά για κινδύνους. Την ίδια περίοδο όμως στη Γερμανία άρχισε να διαμορφώνεται κάτι απρόσμενο. Το καθεστώς του Αδόλφου Χίτλερ ξεκίνησε μια εκστρατεία ενάντια στο κάπνισμα, από τις πιο έντονες που είχαν εμφανιστεί μέχρι τότε.
Οι πρώτες βάσεις είχαν μπει πριν ακόμη οι Ναζί ανέβουν στην εξουσία. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου αρκετοί γιατροί παρατηρούσαν ότι τα περιστατικά καρκίνου του πνεύμονα αυξάνονταν γρήγορα. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο γιατρός Φριτς Λίκιντ. Μελέτησε χιλιάδες περιπτώσεις και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κάπνισμα συνδεόταν με καρκίνο, καρδιοπάθειες και μειωμένη γονιμότητα. Στα βιβλία του εμφανίστηκε για πρώτη φορά και ένας όρος που σήμερα είναι γνωστός παντού, το παθητικό κάπνισμα.
Όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία το 1933, αυτή η έρευνα βρήκε πολιτική στήριξη. Το καθεστώς επιδίωκε έναν πληθυσμό σωματικά ισχυρό και παραγωγικό. Το τσιγάρο αντιμετωπίστηκε ως απειλή για την υγεία. Το 1941 ιδρύθηκε στο πανεπιστήμιο της Ιένας ειδικό ινστιτούτο για τη μελέτη των κινδύνων του καπνού. Τα χρήματα εγκρίθηκαν προσωπικά από τον Χίτλερ.
Ο ίδιος είχε έντονη αποστροφή προς το κάπνισμα. Στα νεανικά του χρόνια κάπνιζε αλλά το είχε εγκαταλείψει. Αργότερα έλεγε ότι πολλοί ικανοί άνθρωποι χάθηκαν από τη δηλητηρίαση του καπνού. Συχνά προσπαθούσε να πείσει φίλους και συνεργάτες να το κόψουν. Σε ορισμένους μάλιστα υποσχόταν χρυσό ρολόι αν τα κατάφερναν.
Σιγά σιγά εμφανίστηκαν περιορισμοί σε πολλές πόλεις. Το κάπνισμα απαγορεύτηκε σε τραμ, λεωφορεία και αστικά τρένα. Δημόσια κτίρια και νοσοκομεία μετατράπηκαν σε χώρους χωρίς καπνό. Σε αρκετά σχολεία δεν επιτρεπόταν πια ούτε στους δασκάλους να καπνίζουν μέσα στο κτίριο.
Ιδιαίτερη πίεση ασκήθηκε στις γυναίκες και στους νέους. Το καθεστώς πίστευε ότι το κάπνισμα επηρεάζει τη γονιμότητα και αυξάνει τον κίνδυνο αποβολών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι έγκυες γυναίκες δεν λάμβαναν δελτία καπνού. Το 1943 απαγορεύτηκε επίσης το δημόσιο κάπνισμα σε όσους ήταν κάτω από 18 ετών.
Περιορισμοί εφαρμόστηκαν και στον στρατό. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ λάμβαναν συγκεκριμένη ποσότητα τσιγάρων κάθε μέρα και παρακολουθούσαν διαλέξεις για τις επιπτώσεις της νικοτίνης. Όσοι δεν κάπνιζαν μπορούσαν να πάρουν αντί για τσιγάρα φαγητό ή σοκολάτα.
Παρά την έντονη καμπάνια, η πραγματικότητα παρουσίαζε πολλές αντιφάσεις. Ο Χέρμαν Γκέρινγκ συνέχιζε να καπνίζει πούρα δημόσια. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς κάπνιζε επίσης και το 1941 έδωσε εντολή να περιοριστεί η αντικαπνιστική προπαγάνδα. Φαινόταν παράδοξο να καταγγέλλεται το τσιγάρο την ώρα που εκατομμύρια στρατιώτες λάμβαναν καθημερινά μερίδες καπνού.
Οι εταιρείες καπνού από την πλευρά τους δεν έμειναν αδρανείς. Χρηματοδοτούσαν οργανώσεις του καθεστώτος και προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τους αντικαπνιστές ως φανατικούς. Σε περιοδικά μόδας εμφανίζονταν μοντέλα με τσιγάρα την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση προσπαθούσε να πείσει τις γυναίκες ότι το κάπνισμα δεν ταιριάζει σε μια μητέρα.
Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε παράδοξο. Στα πρώτα χρόνια της ναζιστικής εξουσίας το κάπνισμα δεν μειώθηκε. Αντίθετα αυξήθηκε. Από περίπου 570 τσιγάρα ανά άτομο τον χρόνο το 1932 η κατανάλωση έφτασε σχεδόν τα 900 το 1939. Μόνο όταν ο πόλεμος έφερε ελλείψεις καπνού και δελτία άρχισε να μειώνεται η πραγματική κατανάλωση.
Μετά το 1945 σχεδόν όλη αυτή η ιστορία ξεχάστηκε.
Πολλές γερμανικές επιστημονικές μελέτες για το κάπνισμα δεν μεταφράστηκαν ποτέ και αγνοήθηκαν από ερευνητές στη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι τη δεκαετία του 1950 χρειάστηκε να γίνουν ξανά από την αρχή παρόμοιες έρευνες για να αποδειχθεί η σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα και τον καρκίνο.
Με αυτόν τον τρόπο μια από τις πρώτες μεγάλες αντικαπνιστικές εκστρατείες της ιστορίας ξεκίνησε μέσα σε ένα καθεστώς που έμεινε γνωστό για εντελώς διαφορετικούς λόγους.