Ο άνθρωπος που είπε ότι έγραψε τον Σιναϊτικό Κώδικα. Ο πιο διάσημος πλαστογράφος της Ιστορίας ήταν Έλληνας
Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης πέρασε τη ζωή του φτιάχνοντας «χαμένα» αρχαία χειρόγραφα και ισχυρίστηκε ότι είχε δημιουργήσει τον ίδιο τον Σιναϊτικό Κώδικα.
Στη Σύμη γεννήθηκε, στα μοναστήρια του Αγίου Όρους έμαθε καλλιγραφία, και στην Ευρώπη του 19ου αιώνα έγινε θρύλος. Όχι για την αγιότητά του, αλλά για την απίστευτη ευφυΐα του στην τέχνη της παραχάραξης. Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ο πιο διάσημος πλαστογράφος χειρογράφων όλων των εποχών, πέρασε τη ζωή του φτιάχνοντας «χαμένα» έργα αρχαίων συγγραφέων, αντίγραφα της Καινής Διαθήκης από τον 1ο αιώνα, και παπύρους που τάχα είχαν γραφτεί από τον Αρτεμίδωρο.
Κανείς δεν ήξερε από πού έβγαιναν όλα αυτά τα κείμενα, αλλά όλοι ήθελαν να τα αγοράσουν. Και εκείνος, ήξερε να τα πουλάει. Με την πειστικότητα ενός ανθρώπου που μπορούσε να μιμηθεί γραφές κάθε εποχής, δημιούργησε έναν ολόκληρο παράλληλο κόσμο από «χαμένα» αριστουργήματα. Ήταν ένας απατεώνας, αλλά και ιδιοφυΐα. Το Βρετανικό Μουσείο, η βιβλιοθήκη του Τσέλτεναμ, ακόμη και Γερμανοί βασιλείς είχαν αγοράσει τα έργα του πριν αποκαλυφθεί το μέγεθος της απάτης.
Ο ίδιος, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Το 1862 έγραψε σε εφημερίδα της Βρετανίας ότι ο πασίγνωστος Σιναϊτικός Κώδικας —το αρχαιότερο πλήρες χειρόγραφο της Βίβλου που είχε ανακαλύψει ο φημισμένος φιλόλογος Κονσταντίν φον Τίσεντορφ— ήταν δικό του έργο. Το είχε γράψει, είπε, το 1839, όταν ήταν ακόμη νεαρός. Και όχι μόνο αυτό: υποστήριξε ότι είχε πάει στο Σινά το 1852 και είχε δει το χειρόγραφο εκεί. Το φιλολογικό κατεστημένο της εποχής έμεινε εμβρόντητο. Ένας άγνωστος Έλληνας, ισχυριζόταν πως το μεγαλύτερο εύρημα της Καινής Διαθήκης ήταν δικό του κατασκεύασμα.
Το Βερολίνο, η Αθήνα, το Λονδίνο και η Λειψία γέμισαν από φήμες, άρθρα, επιστολές και φιλολογικές μονομαχίες. Οι περισσότεροι τον θεώρησαν τρελό. Άλλοι, όμως, δεν απέκλειαν ότι μπορεί να έλεγε την αλήθεια. Ήταν τόσο καλός στην τέχνη του, που ακόμη και το ψέμα του ήταν πιθανό.
Ο Σιμωνίδης ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε στα χέρια του τμήματα του Ευαγγελίου του Ματθαίου γραμμένα μόλις 15 χρόνια μετά την Ανάληψη. Ένα ομηρικό κείμενο σε πρωτοελληνική γραφή, ένα «χαμένο» έργο Αιγύπτιου ιστορικού, και δεκάδες άλλα κείμενα που μπέρδευαν ακόμη και τους κορυφαίους ειδικούς. Όταν τα παρουσίαζε, δεν υπήρχε Google. Οι βιβλιοθήκες δεν ήταν διασυνδεδεμένες. Οι πλαστογράφοι μπορούσαν να γίνουν αρχαιολόγοι και οι φιλόλογοι να πέσουν στην παγίδα.
Το 1855, παρουσίασε στο Βερολίνο στον Καρλ Ντίντορφ ένα παλίμψηστο του Ουράνιου —κάτι που αποδείχθηκε αργότερα πλαστό— και αφού κατηγορήθηκε για κλοπή και παραχάραξη, έφυγε για τη Σαξωνία. Τον καταδίωκε όλη η Ευρώπη, αλλά εκείνος πρόλαβε να πουλήσει αρκετά έργα και να εξαφανιστεί ξανά. Το 1867, μια επιστολή ανακοινώνει τον θάνατό του από λέπρα στην Αλεξάνδρεια. Όμως, όπως όλα τα άλλα στη ζωή του, κι αυτό ήταν ψέμα. Έζησε τελικά μέχρι το 1890, κρυμμένος σε μια μικρή πόλη της Αλβανίας.
Ο Σιμωνίδης αμφισβήτησε τον Σαμπολιόν για τα ιερογλυφικά, τη γνησιότητα του Σιναϊτικού Κώδικα, ακόμη και τα θεμέλια της νεότερης φιλολογίας. Για κάποιους ήταν επικίνδυνος. Για άλλους, ένας διανοητής που δεν χωρούσε σε κανένα πλαίσιο. Αν η παραχάραξη είναι τέχνη, τότε αυτός ήταν ο κορυφαίος.