Ο Έλληνας καπετάνιος που ανατινάχτηκε με χειροβομβίδα για να μην πέσει ζωντανός
Η ιστορία του Καρτσιώτη συγκλονίζει ακόμη. Ο φοιτητής της Νομικής που έγινε αντάρτης, ο καπετάνιος που πολέμησε Γερμανούς και Ιταλούς, και που στον Εμφύλιο διάλεξε τον θάνατο από την ατίμωση.
Η Καρύτσα του Κισσάβου ήταν χωριό φτωχό, μα ποτισμένο με θάλασσα, δάση και τραγούδια. Εκεί γεννήθηκε ο Γιώργος Βόγιας το 1916, σε οικογένεια που μεγάλωσε με δασκάλους και ναυτικούς. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, αλλά δεν έμελλε να γίνει δικηγόρος. Στις αίθουσες και στους δρόμους γνώρισε τον κόσμο των ιδεών και της εξέγερσης.
Στη στρατιωτική του θητεία, δοκίμασε την πειθαρχία του στρατού αλλά και την αίσθηση της μυστικής οργάνωσης. Δίπλα του στάθηκε ο δάσκαλος Γιώργος Μπλάνας. Μαζί, μέσα σε πειθαρχικό λόχο, έστησαν πυρήνες που μιλούσαν για ελευθερία. Ο Βόγιας πήρε το ψευδώνυμο Καρτσιώτης, για να θυμίζει το χωριό του, και έμεινε έτσι στην Ιστορία.
Η Κατοχή έφερε φωτιά σε όλη την Ελλάδα. Στην Καρύτσα, ο Καρτσιώτης οργάνωσε τους πρώτους αντάρτες. Το πρώτο όπλο τους, ένα ιταλικό τυφέκιο που άρπαξαν σε συμπλοκή στο χωριό, έγινε θρύλος. «Έχουμε το πρώτο όπλο για τον αγώνα», φώναξαν, και από εκεί ξεκίνησε το μονοπάτι της Αντίστασης. Από τον Κίσσαβο ως τον Όλυμπο, το όνομά του ψιθυριζόταν σε κάθε καλύβα.
Ο ΕΛΑΣ τον ανέδειξε σε διοικητή του 5ου Συντάγματος. Πολέμησε Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά και σε σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις, σε έναν πόλεμο που συχνά γύριζε αδελφό εναντίον αδελφού. Για τους άνδρες του, όμως, ο Καρτσιώτης δεν ήταν μόνο καπετάνιος. Ήταν φωνή ψυχραιμίας και παράδειγμα σεμνότητας.
Μετά την Απελευθέρωση, η χώρα δεν βρήκε ειρήνη. Ο Εμφύλιος ξέσπασε και ο Καρτσιώτης ξαναβγήκε στο βουνό με τον Δημοκρατικό Στρατό. Ο Κόζιακας έγινε το λημέρι του. Οι μαρτυρίες μιλούν για δύσκολες μέρες: οι αντάρτες πεινούσαν, έβραζαν χόρτα, έπιναν νερό από λακκούβες, ενώ ο κλοιός των κυβερνητικών δυνάμεων έσφιγγε αργά και βασανιστικά.
Την άνοιξη του 1947, οι μάχες κορυφώθηκαν. Στις πλαγιές του Κόζιακα, ο Καρτσιώτης πολεμούσε βαριά τραυματισμένος. Ήξερε πως δεν θα τον άφηναν ζωντανό. Αν έπεφτε αιχμάλωτος, θα γινόταν παράδειγμα προς εκφοβισμό, σπασμένο σύμβολο. Το αρνήθηκε.
Σύμφωνα με τους συντρόφους του, πήρε μια χειροβομβίδα, την κράτησε στο στήθος και δάκρυσε. Ένα δευτερόλεπτο μετά, η έκρηξη έσκισε τον αέρα. Ο Καρτσιώτης διάλεξε τον θάνατο αντί για την ατίμωση. Έπεσε όπως έζησε: ελεύθερος.
Η είδηση σκόρπισε οδύνη. Στην Καρύτσα σκαρώθηκαν τραγούδια που τραγουδιούνται ακόμη. «Γεια και χαρά σας, βρε παιδιά, τον φασισμό χτυπάτε», έλεγαν οι στίχοι, κάνοντας τον καπετάνιο ήρωα του λαού. Για τους αντάρτες, ο Καρτσιώτης ήταν καμάρι, για τους αντιπάλους του μπελάς, και για την Ιστορία παράδειγμα αξιοπρέπειας.
Δεν έμεινε απλώς ως όνομα σε αναφορά. Έμεινε σαν φλόγα που καίει ακόμη στα βουνά της Θεσσαλίας. Η χειροβομβίδα που κράτησε δεν ήταν μόνο το τέλος του. Ήταν το τελευταίο του μήνυμα: ότι ο Έλληνας μπορεί να χαθεί, αλλά δεν παραδίδεται.
Η Άλωση της Τριπολιτσάς: Η καθοριστική στιγμή της Επανάστασης του 1821
Ο φόνος που σόκαρε την Ελλάδα. Το σκοτεινό μυστήριο του Τζορτζ Πολκ στον Θερμαϊκό
Άρμεν Κούπτσιος: Ο Εικοσάχρονος Μακεδονομάχος που θυσιάστηκε για την Ελλάδα στον Μακεδονικό Αγώνα