Ο Έλληνας που έγινε γνωστός σαν φίλος των φτωχών, είχε υποκαταστήσει την κρατική πρόνοια
Έγινε γνωστός ως «φίλος των φτωχών».
Ήταν η δεκαετία του ’60 όταν στην Αθήνα και τον Πειραιά εμφανίστηκε ένας άνδρας με κουστούμι, γραβάτα και βλέμμα σταθερό, να στήνει μεταλλικά κουτιά κοντά σε εκκλησίες και δημόσιες υπηρεσίες. Επάνω τους έγραφε: «Υπέρ των φτωχών». Και οι περαστικοί άρχισαν να ρίχνουν ψιλά. Ένας ένας. Μέχρι που οι κουμπαράδες γέμιζαν. Πίσω από αυτή τη δράση βρισκόταν ένας άνθρωπος με το όνομα Αδαμάντιος Καραμουρτζούνης. Για κάποιους, φίλος των φτωχών. Για άλλους, ύποπτος παρασκηνίου.
Γεννήθηκε το 1906 στη Χαλκίδα και έζησε στο Πειραιά, όπου είχε εμπορική επιχείρηση με μηχανήματα και ανταλλακτικά. Το όνομά του όμως έγινε γνωστό όχι για τις μπίζνες, αλλά για τις κοινωνικές του δράσεις. Με τα χρήματα από τους εράνους οργάνωνε συσσίτια, εκδρομές σε μοναστήρια, πλήρωνε λογαριασμούς οικογενειών, βοηθούσε σχολεία και ακόμα χρηματοδοτούσε χειρουργεία στο εξωτερικό για καρδιοπαθείς που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα.
Είχε σχεδόν υποκαταστήσει την κρατική Πρόνοια. Τόσο, που κάποιοι άρχισαν να τον κοιτούν με καχυποψία. Άλλοι τον θαύμαζαν, άλλοι μιλούσαν για προσωπική προβολή ή σκιαγραφούσαν «παρασκηνιακές» δραστηριότητες. Δεν άργησε να βρεθεί μπλεγμένος με τη Δικαιοσύνη. Φοροδιαφυγή, έρανοι χωρίς άδεια, πωλήσεις δασικών εκτάσεων. Οι εφημερίδες της εποχής ανέφεραν την παρουσία του στις φυλακές Κορυδαλλού, ενώ άλλοτε καταγραφόταν ως υποψήφιος στις εκλογές, με δικό του πολιτικό κόμμα.
Κι όμως, ποτέ δεν σταμάτησε. Ακόμη και μετά τις περιπέτειές του, συνέχισε να βοηθά ασθενείς και να καλύπτει έξοδα ταξιδιών για νοσηλείες στο εξωτερικό, κυρίως από τα Ιωάννινα όπου εγκαταστάθηκε αργότερα. Η δράση του είχε σκαμπανεβάσματα, μα οι άνθρωποι που τάιζε, έντυνε ή γιάτρευε δεν τα ξέχασαν ποτέ.
Ο Αδαμάντιος Καραμουρτζούνης έζησε σε μια εποχή όπου το κράτος ήταν ανίκανο να καλύψει τις βασικές ανάγκες. Εκείνος μπήκε στο κενό. Όχι πάντα με τον σωστό τρόπο, ίσως. Αλλά με τρόπο που έκανε τη φτώχεια λίγο λιγότερο πικρή για όσους τη ζούσαν. Και ίσως, μόνο αυτό να αρκούσε.