Ο Έλληνας που νίκησε τους Γερμανούς στα δικά τους θέατρα και έδωσε στον Πειραιά ένα ολόκληρο μουσείο
Ένας Έλληνας από την Κέρκυρα κέρδισε τη Γερμανία, έγινε Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Όπερας του Βερολίνου και χάρισε στον Πειραιά 1.300 έργα.
Γεννημένος στην Κέρκυρα το 1884, ο Πάνος Αραβαντινός έδειξε από μικρός ότι το ταλέντο του δεν θα χωρούσε εύκολα στα στενά όρια μιας μικρής χώρας. Στην Αθήνα, ενώ παρακολουθούσε απογευματινά μαθήματα στο Πολυτεχνείο, το πάθος του για τη ζωγραφική άρχισε να παίρνει διαστάσεις που κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει. Αποφασισμένος να κατακτήσει τη μεγάλη σκηνή, έφυγε για το Βερολίνο και σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, όπου δεν απλώς αποφοίτησε, αλλά διακρίθηκε με άριστα.
Στο Παρίσι, εκεί όπου η τέχνη ήταν θρησκεία, συνάντησε τον Δημήτρη Γαλάνη. Μέσα από αυτή τη φιλία άρχισε να δημοσιεύει σκίτσα του στα σπουδαιότερα γαλλικά περιοδικά της εποχής, κερδίζοντας γρήγορα τη δική του θέση στον παριζιάνικο καλλιτεχνικό κόσμο. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1908 για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, έφερε μαζί του μια κοσμοπολίτικη αύρα που γοήτευσε ακόμα και τους πιο δύσκολους. Συνεργάστηκε με τον κορυφαίο συνθέτη Σπύρο Σαμάρα, δημιουργώντας σκηνικά και κοστούμια που έκαναν αίσθηση, όπως στην περίφημη επιθεώρηση «Ξιφίρ Φαλέρ» και στις οπερέτες του Σαμάρα.
Το 1910, σε έναν από τους σημαντικότερους διαγωνισμούς ζωγραφικής των Ακαδημιών Βερολίνου και Μονάχου, ο Αραβαντινός απέσπασε το πρώτο βραβείο με το έργο του «Το Προσκύνημα των Μάγων». Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, άφησε τις αίθουσες και τα βραβεία και πολέμησε στο μέτωπο. Σχεδίασε στολές για τον ελληνικό στρατό, συνδυάζοντας το καλλιτεχνικό του μάτι με την ανάγκη της εποχής για ηρωισμό και σύμβολα.
Η φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και οι εσωτερικές ταραχές στην Ελλάδα τον έσπρωξαν στη φυγή. Στην ουδέτερη Ελβετία, δούλεψε ως ζωγράφος πορτρέτων, αλλά ο μεγάλος του σταθμός ήρθε το 1917, όταν εγκαταστάθηκε στη Γερμανία. Εκεί, ανάμεσα σε κορυφαίους σκηνογράφους, τόλμησε να συμμετάσχει σε διαγωνισμό της Όπερας του Μονάχου για τα σκηνικά της νέας όπερας του Ρίχαρντ Στράους, Μια Γυναίκα χωρίς Σκιά. Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, ο άγνωστος Έλληνας από την Κέρκυρα κέρδισε το πρώτο βραβείο, κάνοντας τους Γερμανούς να αναγνωρίσουν το ταλέντο του με σεβασμό και δέος.
Η νίκη αυτή ήταν το εισιτήριό του για μια καριέρα που ελάχιστοι ξένοι πέτυχαν σε γερμανικό έδαφος εκείνη την εποχή. Δημιούργησε σκηνικά για τη Βασιλική Όπερα του Βερολίνου, για παραστάσεις όπως ο Ιπτάμενος Ολλανδός και ο Τριστάνος και Ιζόλδη, ενώ το 1921 τιμήθηκε από το Γερμανικό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών για τα αρχιτεκτονικά του σχέδια σε δημόσια θέατρα και αίθουσες συναυλιών. Η Κρατική Όπερα Βερολίνου δεν του έδωσε απλώς συμβόλαιο αλλά τον διόρισε Καλλιτεχνικό Διευθυντή της, ένα αξίωμα που μέχρι τότε ανήκε σχεδόν αποκλειστικά σε Γερμανούς.
Ο Πάνος Αραβαντινός δεν σταμάτησε να ανοίγει δρόμους: ήταν εκείνος που άνοιξε τον δρόμο για τον Δημήτρη Μητρόπουλο στη Γερμανία, φέρνοντάς τον ως μαέστρο στην Όπερα του Βερολίνου, σε μία εποχή που οι διεθνείς μετακινήσεις Ελλήνων καλλιτεχνών ήταν σπάνιες και γεμάτες δυσκολίες.
Το 1926 αναγνωρίστηκε επίσημα ως «Καλλιτεχνικός Σύμβουλος» όλων των γερμανικών θεάτρων. Όμως, ενώ ονειρευόταν να γυρίσει στην Ελλάδα για να βοηθήσει το νεοσύστατο Εθνικό Θέατρο, η μοίρα του έπαιξε σκληρό παιχνίδι. Στο Παρίσι, την 1η Δεκεμβρίου 1930, μόλις στα 46 του χρόνια, ο Αραβαντινός πέθανε από πνευμονία, αφήνοντας την επιστροφή του στην πατρίδα όνειρο ανεκπλήρωτο.
Πρόλαβε όμως να αφήσει κληρονομιά. Άφησε 1.300 έργα —πίνακες, μακέτες, κοστούμια, σκίτσα, πορτρέτα— στον Δήμο Πειραιά. Σήμερα στεγάζονται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και αποτελούν το Μουσείο Ζωγραφικής και Σκηνογραφίας Πάνου Αραβαντινού, ένα μοναδικό στο είδος του μουσείο που κρατά ζωντανή την αθόρυβη δόξα του ανθρώπου που κατέκτησε τη σκηνή της Ευρώπης με ελληνική ψυχή.