Ο Έλληνας που πήγε στις ΗΠΑ με πρόσκληση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Τον επέλεξαν για να βελτιώσει την εικόνα της Αμερικής
Ο συγγραφέας της Γενιάς του ’30 πήγε στις ΗΠΑ προσκεκλημένος της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν κερδιζόταν μόνο με στρατούς και μυστικές υπηρεσίες. Χρειαζόταν και συγγραφείς. Το 1952, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έστειλε πρόσκληση σε έναν Έλληνα πνευματικό άνθρωπο που δεν ήταν ούτε πολιτικός ούτε δημοσιογράφος. Ήταν ο Γιώργος Θεοτοκάς. Η Αμερική ήθελε να φτιάξει το προφίλ της. Και για να το κάνει, διάλεξε έναν άνθρωπο των γραμμάτων.
Δεν ήταν οποιοσδήποτε. Ο Θεοτοκάς είχε ήδη γράψει το «Ελεύθερο Πνεύμα» που θεωρούνταν το μανιφέστο της Γενιάς του ’30. Είχε εκλεγεί δύο φορές διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και είχε αρνηθεί το 1944 πρόταση του Παπανδρέου να αναλάβει υπουργείο. Έναν τέτοιον άνθρωπο εμπιστεύτηκαν οι Αμερικανοί. Όχι για να γράψει υπέρ τους, αλλά για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να μιλήσει γι’ αυτούς, όχι ως πολιτικός, αλλά ως Έλληνας διανοούμενος.
Το πρόγραμμα ονομαζόταν Smith-Mundt Act. Ήταν ένας ήσυχος μηχανισμός δημόσιας διπλωματίας, που προσκαλούσε διανοούμενους, καλλιτέχνες και εκπαιδευτικούς απ’ όλο τον κόσμο να δουν την Αμερική όπως ήθελε να τη δουν. Ο Θεοτοκάς ταξίδεψε σε πολιτείες, συνομίλησε με άλλους συγγραφείς, καθηγητές, μορφωμένους πολίτες. Όχι σαν τουρίστας. Σαν πρεσβευτής ιδεών.
Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 1953, χωρίς να κάνει καμία δήλωση. Δεν δημοσίευσε τίποτα αμέσως. Δεν έγραψε ευχαριστίες ούτε πήρε κάποιο δημόσιο αξίωμα. Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, θα εκδοθεί το «Δοκίμιο για την Αμερική». Δεν ήταν διαφήμιση. Ήταν μια νηφάλια καταγραφή εμπειριών και πολιτισμικών εντυπώσεων, γραμμένη από έναν συγγραφέα που δεν χαρίστηκε ποτέ σε καμία πλευρά.
Η επιλογή του Θεοτοκά δεν ήταν τυχαία. Οι Αμερικανοί ήθελαν κάποιον που είχε κριτική σκέψη αλλά όχι εχθρότητα. Κάποιον που μπορούσε να μιλήσει για ελευθερία, όχι σαν σύνθημα αλλά σαν βίωμα. Κάποιον που οι Έλληνες θα άκουγαν, όχι από πατριωτισμό, αλλά από σεβασμό.
Δεν έσωσε την Αμερική. Ούτε την Ελλάδα. Αλλά ο Θεοτοκάς έπαιξε έναν αόρατο ρόλο σε μια εποχή που οι ιδέες μετριούνταν σαν στρατεύματα. Ίσως το πιο παράδοξο είναι ότι δεν πήγε για να πείσει, αλλά για να καταλάβει. Και αυτή η κατανόηση, ίσως ήταν η πιο σοβαρή μορφή πολιτιστικής διπλωματίας.