Ο Έλληνας που τον απέρριψαν στην εποχή του αλλά τον αποθέωσε ο Πικάσο στους πίνακές του τρεις αιώνες μετά
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος δεν έγινε ποτέ αυλικός ζωγράφος. Ούτε τον έθαψαν με τιμές. Αλλά ο Πικάσο τον έκανε αιώνιο.
Είπαν πως ήταν τρελός. Πως οι άγιοί του πετούσαν, πως οι μορφές του ήταν λυγισμένες από δαίμονες, όχι από φως. Του αρνήθηκαν τον θρόνο που επιδίωκε. Και όταν πέθανε, ούτε τάφο δεν του άφησαν. Αλλά τέσσερις αιώνες μετά, ο ίδιος του ο εικαστικός απόγονος –ο Πάμπλο Πικάσο– πήρε τα σχήματα του, τις φλόγες του, τα μάτια του και τα έκανε ιστορία της μοντέρνας τέχνης.
Ήταν Έλληνας. Τον έλεγαν Δομήνικο Θεοτοκόπουλο.
Γεννημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, σπούδασε αγιογραφία, αλλά μέσα του βράζει κάτι άλλο. Όχι τοπικό. Όχι ανατολικό. Κάτι που δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Το 1567 φεύγει για τη Βενετία, μαθητής του Τιτσιάνο. Το φως γίνεται φωτιά. Οι γραμμές του αρχίζουν να χορεύουν. Ο κόσμος δεν είναι πια όπως φαίνεται. Είναι όπως αισθάνεται.
Το 1570 βρίσκεται στη Ρώμη. Δημιουργεί, επιτίθεται, προκαλεί. Λέγεται πως όταν είδε τη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου στην Καπέλα Σιξτίνα, πρότεινε στον ίδιο τον Πάπα να την… ξαναζωγραφίσει. Μπορεί να είναι θρύλος. Μπορεί και όχι. Το σίγουρο είναι πως έλεγε: «Ήταν καλός ο Μιχαήλ Άγγελος, αλλά δεν ήξερε να ζωγραφίζει».
Ο κόσμος της Ιταλίας δεν τον άντεξε. Έφυγε για Ισπανία. Στο Τολέδο, βρήκε ουρανό. Και γιο. Και θάνατο.
Όταν ζωγράφισε Το Μαρτύριο του Αγίου Μαυρίκιου, ο βασιλιάς της Ισπανίας αρνήθηκε να το δεχτεί. Το έργο του κρίθηκε “ασύμβατο με το πνεύμα της Αυλής”. Δεν ταίριαζε. Ήταν σαν να είχε έρθει από έναν άλλον κόσμο.
Δεν έγινε ποτέ αυλικός ζωγράφος. Δεν τον αναγνώρισε κανείς όσο ζούσε.
Και όμως, ζωγράφιζε όπως δεν είχε ζωγραφίσει κανείς πριν.
Στην Ταφή του Κόμη Οργκάθ οι ψυχές ανεβαίνουν προς τα πάνω σαν φωτεινά πλάσματα. Στο Λαοκόων, οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι. Είναι ιδέες. Στο Τολέδο στην καταιγίδα, η πόλη γίνεται μνήμη. Φως. Όραμα.
Όταν πέθανε, τον έθαψαν προσωρινά. Μετά τον μετέφεραν. Και μετά… χάθηκε. Ούτε τάφος. Ούτε πέτρα. Μόνο τα έργα. Αυτά δεν τα άγγιξε ο χρόνος.
Κανείς δεν τον συνέχισε. Κανείς δεν τον αντέγραψε στην εποχή του. Μέχρι που, τρεις αιώνες μετά, εμφανίστηκε ένα παιδί από την Ισπανία που τον έλεγε «πατέρα». Το όνομά του: Πάμπλο Πικάσο.
Ο ίδιος ο Πικάσο είχε πει ότι η Ταφή του Κασαχέμας, έργο του 1901, ήταν φόρος τιμής στο ύφος του Ελ Γκρέκο. Η χρήση του χρώματος, η υπερβατικότητα, οι μορφές – όλα φώναζαν “Θεοτοκόπουλος”. Και όταν έφτιαξε τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, έκλεψε απευθείας χειρονομίες και στροφές από την Πέμπτη Σφραγίδα της Αποκάλυψης του Έλληνα.
Η μπλε περίοδος του Πικάσο είναι, στην ουσία, ο ψίθυρος του Ελ Γκρέκο που γίνεται κραυγή. Δεν το έκρυψε ποτέ.
Στον κόσμο των νεκρών ζωγράφων, υπάρχουν πολλοί που ξεχάστηκαν. Ο Ελ Γκρέκο, όχι μόνο δεν ξεχάστηκε. Αναστήθηκε. Και όχι από πατρίδα ή εκκλησία. Αλλά από τέχνη. Από το βλέμμα εκείνων που μπορούν να δουν πέρα από τον ρεαλισμό. Εκεί που οι ψυχές λάμπουν σαν φωτιά και τα πρόσωπα μοιάζουν με προσευχές.
Ο Έλληνας που ζωγράφισε το άυλο. Και κάποτε ο κόσμος ήταν έτοιμος να τον δει.