Ο Έλληνας πρίγκιπας που έγινε ήρωας, προδότης και μύθος μέσα σε μία ζωή
Από σωτήρας των Ψαρών και πρίγκιπας της Βλαχίας, σε εκτελεσμένο προδότη. Η απίστευτη ζωή του Νικόλαου Μαυρογένη μοιάζει με ιστορία μυθιστορήματος.
Γεννήθηκε στην Πάρο, στα Μάρμαρα, το 1735. Γιος πλούσιου άρχοντα, μεγάλωσε με την άνεση να μορφωθεί, να ταξιδέψει και να μιλήσει πολλές γλώσσες. Από μικρός έδειξε τέτοια ευφυΐα, που ο Χασάν Τζεζαερλής πασάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον κάλεσε κοντά του στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, ο Νικόλαος Μαυρογένης μπήκε στα πιο σκοτεινά κέντρα εξουσίας.
Το 1770, με την επανάσταση των Ορλώφ και τις σφαγές που ακολούθησαν, ο Χασάν ήθελε να καταστρέψει τα Ψαρά. Ο Μαυρογένης τον έπεισε να μην το κάνει. Χάρη σε αυτόν σώθηκαν. Πέντε χρόνια αργότερα στάλθηκε στην πιο ατίθαση περιοχή του ελλαδικού χώρου: τη Μάνη. Διαπραγματεύτηκε με τους αρχηγούς των οικογενειών, έφερε τον σουλτάνο σε συμβιβασμό, και η περιοχή πέρασε υπό νέο καθεστώς ειρήνης και φορολογίας.
Ο ίδιος δεν ήταν άγιος. Αναμίχθηκε σε δολοπλοκίες, προσπάθησε να ρίξει πατριάρχες, επεδίωξε να γίνει μέγας λογοθέτης του ναού του Αγίου Γεωργίου. Δεν τα κατάφερε, αλλά άφησε το στίγμα του. Ο Χασάν Τζεζαερλής πασάς, βλέποντας τον ως ικανό και αδίστακτο, τον πρότεινε για πρίγκιπα της Βλαχίας. Οι Φαναριώτες προσέφεραν 4.000 βαλάντια στον σουλτάνο για να αλλάξει γνώμη. Δεν άλλαξε.
Κατά την τελετή ενθρόνισής του, ο κρατούμενος πολιτικός του αντίπαλος, Τσελεμπή-Πετράκης, σύρθηκε μπροστά του και υποχρεώθηκε να φιλήσει τα πόδια του αλόγου του. Λίγα λεπτά αργότερα, το κεφάλι του Πετράκη πετάχτηκε στα πόδια του Μαυρογένη. Το πλήθος πάγωσε. Ο ίδιος δεν αντέδρασε.
Από το 1786 έως το 1790 υπήρξε πρίγκιπας της Βλαχίας και για μικρό διάστημα της Μολδαβίας. Έφερε πόσιμο νερό στο Βουκουρέστι με πήλινους σωλήνες. Έχτισε μοναστήρια, θερινά ανάκτορα, τυπογραφεία και στήριξε την Παιδεία. Παράλληλα διορίστηκε στρατηγός των οθωμανικών στρατευμάτων στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Η μάχη του Καλαφάτ στις 26 Ιουλίου 1790 ήταν η αρχή του τέλους. Οι Αυστριακοί διέλυσαν τον στρατό του. Ο ίδιος αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση. Ο φίλος και προστάτης του Χασάν είχε πεθάνει. Η Υψηλή Πύλη του είχε ήδη γυρίσει την πλάτη. Τον μισούσαν και οι Τούρκοι και οι Έλληνες.
Κατέφυγε στην Μπέλα της Βουλγαρίας. Ο Ρουστσουκλί-Χασάν πασάς, που τον αντιπαθούσε βαθιά, έστειλε ένα απόσπασμα δήθεν για ενίσχυση. Άλλοι λένε ότι οι ίδιοι του οι στρατιώτες, τρομοκρατημένοι από την απειλή σφαγής, όρμησαν και τον σκότωσαν. Όπως και να έγινε, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: το κεφάλι του Μαυρογένη εκτέθηκε στην Υψηλή Πύλη και τα οστά του δόθηκαν αργότερα στην οικογένειά του.
Ο Ρήγας τον αποκάλεσε «έκτρωμα της φύσης και ανάξιον ηγεμόνα», αλλά διέγραψε τη φράση πριν τη δημοσίευση. Ο ίδιος ο Μαυρογένης είχε γράψει ποιήματα, έκανε δωρεές στην Πάρο και στο Βουκουρέστι, άφησε πίσω του δημόσια έργα και πολύπλοκες εντυπώσεις. Ήρωας για κάποιους, προδότης για άλλους, και για την Ιστορία… κάτι πολύ πιο μυθικό.