Ο Έλληνας πρωθυπουργός που αιχμαλωτίστηκε από Αλγερινούς πειρατές και έγινε σκλάβος
Αιχμαλωτίστηκε από πειρατές, πουλήθηκε στην Αλγερία, και έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Πολεμικός ναύτης, σκλάβος, ήρωας του ’21 και αργότερα… πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο Αντώνιος Κριεζής είναι ένας από τους πιο απίθανους Έλληνες που έζησαν ποτέ – και παρ’ όλα αυτά, σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει την ιστορία του.
Γεννήθηκε το 1796 στην Τροιζήνα από οικογένεια αρβανίτικης καταγωγής με βαθιά παράδοση στη θάλασσα. Ο πατέρας του είχε υπηρετήσει τον Ορλώφ και το ρωσικό ναυτικό, και ο νεαρός Αντώνιος μπήκε από νωρίς στα καράβια. Δεν ήταν ακόμη 20 χρονών όταν το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αλγερινών πειρατών, στα τέλη της δεκαετίας του 1810. Οι πειρατές, από τη βόρεια Αφρική, λυμαίνονταν τη Μεσόγειο — και οι Έλληνες ναύτες ήταν από τους αγαπημένους τους στόχους.
Ο Κριεζής αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε ως σκλάβος στην Αλγερία. Δεν έμεινε μήνες, αλλά χρόνια στα σκλαβοπάζαρα της βόρειας Αφρικής, μέχρι που κατάφερε να εξαγοραστεί από συγγενείς και φίλους. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, δεν έμεινε στην άκρη: μπήκε ξανά στον Αγώνα, αψηφώντας την προσωπική του περιπέτεια.
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, διακρίθηκε ως αρχηγός ναυτικών επιχειρήσεων. Το 1827 ήταν ο πρώτος που μπήκε στην Ακρόπολη των Αθηνών μετά την παράδοση από τους Οθωμανούς. Ήταν από τους λίγους που μπορούσε να διοικεί πλοία, να μιλά ξένες γλώσσες και να διαπραγματεύεται με ξένες αποστολές. Γι’ αυτό και επί Καποδίστρια του ανατέθηκε η ηγεσία της ναυτικής δύναμης, ενώ επί Όθωνα έγινε υπουργός Ναυτικών.
Το 1851, όταν η χώρα περνούσε πολιτική αστάθεια, ο Κριεζής κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση. Έγινε πρωθυπουργός, ηγήθηκε της χώρας για σχεδόν τρία χρόνια, και θεωρήθηκε από τους πιο σταθερούς πολιτικούς της εποχής του. Πέθανε το 1865 στην Αθήνα. Ήσυχα. Σαν να μην είχε ζήσει τη ζωή που έζησε.
Ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από το αμπάρι ενός πλοίου, πέρασε από τα σκλαβοπάζαρα, έφτασε μέχρι το Σύνταγμα, και παρέμεινε μέχρι τέλους λιτός, θαρραλέος και αληθινός. Ο Αντώνιος Κριεζής δεν έγραψε απομνημονεύματα, δεν ζητούσε τιμές. Ήξερε τι είχε περάσει. Και του έφτανε.