Ο Γερμανός που αγάπησε την Αρχαία Ελλάδα τόσο πολύ που πέθανε σκάβοντάς την
Πέθανε στην Αίγινα, ανασκάβοντας τον ναό της Αφαίας.
Δεν ήταν ένας τυχαίος αρχαιολόγος. Ο Αδόλφος Φουρτβένγκλερ γεννήθηκε το 1853 στη Γερμανία, αλλά πέθανε το 1907 στην Αθήνα. Όχι σε ξενοδοχείο, ούτε σε πανεπιστήμιο. Πέθανε από δυσεντερία, λίγες μέρες αφότου είχε βρεθεί στις ανασκαφές του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες. Κάποιο μολυσμένο νερό ή επαφή με ακαθαρσίες στον αρχαιολογικό χώρο τον οδήγησαν σ’ έναν θάνατο που για πολλούς ήταν το τίμημα της απόλυτης αφοσίωσης.
Ήταν μαθητής του Χάινριχ Μπρουν, ο οποίος τον δίδαξε πώς να διαβάζει την τέχνη όπως διαβάζεις ένα ποίημα. Ο Φουρτβένγκλερ δεν έγινε γνωστός για μια μεγάλη ανακάλυψη. Έγινε γνωστός επειδή άλλαξε τον τρόπο που μελετούμε την αρχαία τέχνη. Επινόησε και τελειοποίησε αυτό που σήμερα λέμε “συγκριτική μέθοδο” στην αρχαιολογία, προσπαθώντας να αποδώσει συγκεκριμένα έργα τέχνης σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες, ακόμη κι όταν επρόκειτο για ρωμαϊκά αντίγραφα.
Το 1878 πήγε στην Ολυμπία με τον Ερνστ Κούρτιους. Εκεί άρχισε να καταλαβαίνει τι σημαίνει ελληνικό φως και σκόνη. Μαζί με τον Λεσχκέ εξέδωσε το πρώτο μεγάλο σύγγραμμα για τη μυκηναϊκή κεραμική και έδειξε για πρώτη φορά ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαφορετικά στυλ ανά περιόδους, κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο.
Το 1880 έγινε διευθυντής του Μουσείου του Βερολίνου και καθηγητής. Ετοίμασε καταλόγους, ταξινόμησε τις συλλογές, δίδαξε μια ολόκληρη γενιά αρχαιολόγων που τον θαύμαζαν περισσότερο για την ευφυΐα του παρά για τις γνώσεις του. Έφτιαξε ολόκληρες θεωρίες για τον Φειδία, τον Πραξιτέλη, τη Λήμνια Αθηνά, για γλυπτά που σήμερα τα βλέπουμε και θεωρούμε αυτονόητο ότι είναι δικά τους.
Και μετά τα παράτησε όλα. Το 1894, άφησε τη Γερμανία και ήρθε στη Μόναχο, πιο κοντά στην Ελλάδα. Έγινε διευθυντής της Γλυπτοθήκης και ανέλαβε να συνεχίσει το έργο του μέντορά του. Αλλά δεν ήθελε πια θεωρία. Ήθελε γη. Ήθελε σκαπάνη. Ήθελε να βλέπει το άγαλμα να βγαίνει μέσα από το χώμα και να το κοιτάζει πρώτος.
Έτσι βρέθηκε στην Αίγινα. Ήταν 54 χρονών, αλλά η ενέργεια του ήταν σαν νέου φοιτητή. Οι ανασκαφές ήταν σκληρές. Ο ήλιος αφόρητος. Το νερό λιγοστό. Η υγιεινή ανύπαρκτη. Πίστευε πως έπρεπε να βγάλει το μνημείο στο φως και ύστερα ας έκανε ο Θεός ό,τι ήθελε. Και έκανε. Ο Φουρτβένγκλερ αρρώστησε με δυσεντερία. Δεν υπήρχαν αντιβιοτικά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε γρήγορα. Τον μετέφεραν στην Αθήνα, αλλά δεν πρόλαβαν.
Ο άνθρωπος που αγάπησε την Ελλάδα όσο λίγοι αλλοδαποί στην ιστορία της, που έμαθε τα πάντα για την τέχνη των Ελλήνων και δίδαξε τον πολιτισμό τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, έμεινε για πάντα εδώ. Είναι θαμμένος στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Όπως ήθελε.
Να τον θυμάσαι όταν δεις μια αρχαιολογική αναφορά στην κεραμική. Όταν δεις τα αγάλματα στο Μόναχο. Όταν ακούσεις για κάποιον που πέθανε ψάχνοντας την αλήθεια. Ο Αδόλφος Φουρτβένγκλερ δεν ήταν απλώς ένας αρχαιολόγος. Ήταν ένας από εμάς.