Ο ιερέας της ελληνικής επανάστασης που έδωσε σε Μουσουλμάνο αγιασμό για να πάρει πίσω την κόρη του
Η πιο συγκινητική ιστορία της ελληνικής επανάστασης
Ήταν Χιώτης. Ιερέας. Πατέρας. Ονομαζόταν Αντώνιος Μηνάς ή Ροβύθης. Είχε γυναίκα, είχε παιδιά. Είχε μια κόρη, τη Δροσιά. Είχε ζωή. Μέχρι που το 1822 όλα σφάχτηκαν.
Η Σφαγή της Χίου δεν άφησε τίποτα όρθιο. Μα εκείνος, με τρόπο που μόνο η πίστη στον Θεό μπορεί να φωτίσει, κατάφερε να ξεφύγει μαζί με την οικογένειά του και να περάσει απέναντι, στα Ψαρά. Εκεί πίστεψαν πως θα σωθούν.
Δύο χρόνια μετά, τα Ψαρά έγιναν στάχτη. Η κόρη του, η Δροσιά, ήταν έγκυος. Πιάστηκε αιχμάλωτη μαζί με τη μάνα της. Οι Τούρκοι τις ξεχώρισαν, τις έδεσαν και τις πούλησαν. Η Δροσιά κατέληξε σκλάβα στο σπίτι ενός Καδή στο Νυμφαίο, κάπου έξω από τη Σμύρνη. Εκεί, χωρίς κανέναν δικό της, γέννησε ένα κοριτσάκι.
Τρία χρόνια πέρασαν. Ο παπα-Αντώνης δεν ξέχασε. Δεν σταμάτησε. Έψαξε, ρώτησε, παρακάλεσε, περπάτησε, προσευχήθηκε. Βρήκε πρώτα τη γυναίκα του. Κατάφερε και την εξαγόρασε. Δεν σταμάτησε εκεί. Τους είπε: θέλω και την κόρη μου. Ό,τι έχω, να το πάρετε.
Την εντόπισε. Ζωντανή. Με το παιδί της. Ο Καδής ήθελε 1.000 γρόσια. Ο Αντώνης τα μάζεψε. Τα κράταγε σφιχτά, αλλά είχε κι άλλο κάτι μαζί του. Έναν αγιασμό.
Ο μουσουλμάνος Καδής, αντί να τον χλευάσει, τον πήρε. Τον έδωσε στη γυναίκα του, που χρόνια δεν μπορούσε να περπατήσει. Εκείνη σηκώθηκε.
Ο Καδής δεν ήθελε πια γρόσια. Ούτε αντάλλαγμα. Έδωσε πίσω τη Δροσιά και το παιδί της, ελεύθερες. Και κάτι ακόμα. Του έδωσε στον παπα-Αντώνιο τα λείψανα των Αγίων Αναργύρων — που οι Τούρκοι είχαν κλέψει από την Εκκλησία.
Έφυγαν. Μαζί. Πατέρας, κόρη, εγγονή. Και τα λείψανα που θα ξαναμπαίναν σε εκκλησιά.