Ο κόσμος τρέφεται από 12 φυτά και 5 ζώα. Και αν πάθει κάτι ένα από αυτά, έχουμε πρόβλημα όλοι.
Φαίνεται πως έχουμε άπειρες επιλογές στο πιάτο μας. Στην πραγματικότητα, τρεφόμαστε σχεδόν όλοι από τις ίδιες 17 μορφές ζωής. Και αυτό είναι τρομακτικό.
Το φαγητό στον πλανήτη φαίνεται ποικίλο. Βλέπεις ράφια γεμάτα προϊόντα, πάγκους λαϊκής, κουζίνες με κάθε είδους υλικό. Και όμως, πίσω από την ψευδαίσθηση της αφθονίας, υπάρχει μια σκληρή και σιωπηλή ομοιομορφία. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, το 75% της παγκόσμιας διατροφής βασίζεται σε μόλις 12 φυτικά είδη και 5 είδη ζώων.
Τρία μόνο φυτά — ρύζι, σιτάρι και καλαμπόκι — καλύπτουν πάνω από το 50% των θερμίδων που καταναλώνει η ανθρωπότητα. Τα υπόλοιπα εννέα που κυριαρχούν είναι η πατάτα, η σόγια, η ζάχαρη, το κριθάρι, το έλαιο φοίνικα, το κεχρί και λίγα ακόμα. Από τα ζώα, σχεδόν όλοι καταναλώνουμε κοτόπουλο, χοίρο, αγελάδα, πρόβατο και κατσίκα. Όλα τα υπόλοιπα, είναι στατιστικά σχεδόν αμελητέα.
Δεν είναι θέμα γούστου. Είναι θέμα βιομηχανίας, μαζικής παραγωγής και ιστορικής εξειδίκευσης. Οι μεγάλες μονοκαλλιέργειες, οι εμπορικά επιλεγμένες ράτσες και η ανάγκη να θρέψεις δισεκατομμύρια ανθρώπους όσο πιο φτηνά και προβλέψιμα γίνεται, έχουν οδηγήσει σε μια απόλυτη εξάρτηση από συγκεκριμένα είδη.
Αυτό το σύστημα έχει ένα πρόβλημα: είναι εύθραυστο. Αν ένας μύκητας καταστρέψει το σιτάρι ή αν μια επιδημία πλήξει το κοτόπουλο, ολόκληρα διατροφικά δίκτυα θα καταρρεύσουν. Έχει συμβεί στο παρελθόν, όπως με την καταστροφή της καλλιέργειας πατάτας στην Ιρλανδία τον 19ο αιώνα. Και μπορεί να ξανασυμβεί, σε παγκόσμια κλίμακα αυτή τη φορά.
Η βιοποικιλότητα στην καλλιέργεια και στην κτηνοτροφία μειώνεται συνεχώς. Ποικιλίες φυτών που θρέφουν κοινότητες για αιώνες εγκαταλείπονται. Παραδοσιακές ράτσες ζώων εξαφανίζονται. Και αυτό δεν είναι απλώς απώλεια πολιτιστικής κληρονομιάς — είναι διατροφικός αυτοκτονικός μονοδρόμος.
Η λύση δεν είναι εύκολη. Αλλά όσο γνωρίζουμε τι συμβαίνει, μπορούμε να στηρίξουμε τις αγορές που διατηρούν εναλλακτικές ποικιλίες, να ενισχύσουμε τη γεωργική ποικιλία, να επανεκτιμήσουμε τα «παραμελημένα» φυτά, και να δούμε ξανά τη σχέση μας με το φαγητό — όχι ως κατανάλωση, αλλά ως ευθύνη απέναντι σε έναν πλανήτη που τρέφεται από ελάχιστα.