Ο Λόρδος Βύρωνας δεν πέθανε στη μάχη. Πέθανε από γιατρούς που του έπαιρναν αίμα κάθε μέρα
Πίστευαν ότι τον θεράπευαν. Του έπαιρναν αίμα καθημερινά. Ο Λόρδος Βύρωνας πέθανε εξαντλημένος, χωρίς να προλάβει να πολεμήσει για την Ελλάδα.
Δεν τον σκότωσαν οι Τούρκοι. Δεν σκοτώθηκε σε μάχη. Ο Λόρδος Βύρωνας, ο πιο φλογερός φιλέλληνας της Επανάστασης, πέθανε μόνος και εξαντλημένος, από την κακή ιατρική πρακτική της εποχής. Οι γιατροί του στο Μεσολόγγι πίστευαν ότι θα τον σώσουν με «θεραπευτική αφαίμαξη». Του έπαιρναν αίμα καθημερινά. Και τελικά, τον άφησαν χωρίς δύναμη ούτε να μιλήσει.
Το 1824, ο Βύρωνας ήταν ήδη άρρωστος. Είχε περάσει πυρετούς, καταρροή, εξάντληση. Οι γιατροί του, εφαρμόζοντας την ιατρική λογική της εποχής, του έκαναν αλλεπάλληλες αιμοληψίες. Τρεις ή και τέσσερις σε διάστημα λίγων ημερών. Κάθε φορά του αφαιρούσαν 300, 400, ακόμα και 500 ml αίματος. Κι αυτό, σε έναν άνθρωπο με ήδη εξασθενημένο οργανισμό.
Αντί να αναρρώσει, ο Βύρωνας κατέρρεε. Η τελευταία του αιμοληψία, την παραμονή του θανάτου του, τον άφησε σχεδόν αναίσθητο. Ο ίδιος, ξέροντας ότι πλησιάζει το τέλος, έγραφε τις επιθυμίες του σε σημειώματα. Δεν είχε πια φωνή. Μόνο τρέμουλο στο χέρι.
Τη μέρα του θανάτου του, 19 Απριλίου 1824, έβρεχε στο Μεσολόγγι. Ο Βύρωνας, ξαπλωμένος, χαμογέλασε στον υπηρέτη του. Τον έπιασε από το μπράτσο και ψέλλισε:
“Τώρα θέλω να κοιμηθώ…”
Και δεν ξύπνησε ποτέ.
Στην πραγματικότητα, δεν πέθανε από τη λοίμωξη. Πέθανε από την εξάντληση που του προκάλεσαν οι ίδιες οι θεραπείες του. Τον άδειασαν. Κυριολεκτικά.
Η Ελλάδα δεν πρόλαβε ποτέ να τον δει στη μάχη. Αλλά τον είδε να πεθαίνει γι’ αυτήν. Στην πιο μοναχική, αθόρυβη αυτοθυσία που έγινε ποτέ από ξένο για αυτή τη χώρα.