Ο μικρόσωμος καμπούρης ποιητής της Επανάστασης που έτρεχε στις μάχες, έγραφε τραγούδια για τους ήρωες και πέθανε με μια χούφτα κορόμηλα
Ένας μικρός καμπούρης από τη Δημητσάνα έγινε ο ποιητής της Επανάστασης. Ο Παναγιώτης Κάλας, ο «Τσοπανάκος», έτρεχε στις μάχες, έγραφε τραγούδια για τους ήρωες και πέθανε μ' ένα χούφτα κορόμηλα στο χέρι.
Κανείς δεν του έδινε σημασία όταν εμφανιζόταν στα στρατόπεδα, ένα μικρόσωμο καμπούρικο παιδί από τη Δημητσάνα που έμοιαζε περισσότερο με φτωχό βοσκό παρά με πολεμιστή. Ο Παναγιώτης Κάλας, που όλοι τον φώναζαν «Τσοπανάκο», δεν μπορούσε να κρατήσει τουφέκι. Ήταν κοντός, στραβοπόδης και αδύναμος. Μα είχε κάτι που λίγοι άλλοι είχαν: ψυχή που χωρούσε όλη την Ελλάδα.
Όπου γινόταν μάχη, εκεί έτρεχε. Δεν πολεμούσε με όπλα. Πολεμούσε με λέξεις. Σκαρφιζόταν στιχάκια, έγραφε τραγούδια για τους στρατηγούς και τους καπεταναίους, τους απάγγελνε ανάμεσα στις μάχες και τους έδινε κουράγιο. Έστηνε με τη φωνή του μικρές γιορτές ανάμεσα σε μπαρουτοκαπνισμένα πεδία, κάνοντας τους αγωνιστές να θυμούνται για ποιον λόγο πολεμούσαν.
Ο πιο αγαπημένος του ήταν ο Νικηταράς. Όταν τον συναντούσε, έτρεχε να του απαγγείλει πρώτα τους καινούριους του στίχους. Ο στρατηγός τον αγαπούσε σαν παιδί του. Κάποτε του χάρισε ένα άλογο, για να μην ταλαιπωρείται περπατώντας στα βουνά. Ο Τσοπανάκος, όμως, δεν είχε λεφτά ούτε για το κριθάρι του ζώου. Κι έτσι, με τον ίδιο αυθόρμητο τρόπο που έγραφε τα ποιήματά του, έγραψε και στον Νικηταρά:
«Το δώρο σου, Νικηταρά,
άλογο χωρίς νουρά,
ή μου στέλνεις και κριθάρι,
ή σου στέλνω το τομάρι.»
Η Πελοποννησιακή Γερουσία αποφάσισε να τον βοηθήσει, πληρώνοντάς του τα καθημερινά του έξοδα. Ήταν ο δικός τους ποιητής, το παιδί-σύμβολο της Επανάστασης.
Ο θάνατός του ήρθε ξαφνικά και αθώα, όπως όλη του η ζωή. Στον δρόμο για την πατρίδα του, συνάντησε κορομηλιές φορτωμένες καρπούς. Δεν άντεξε. Έφαγε λαίμαργα, όπως τρώει κανείς όταν κουβαλά παιδική φτώχεια μέσα του. Και μέσα σε λίγες ώρες, έσβησε.
Άφησε πίσω του τα «Άσματα Πολεμιστήρια», ποιήματα που μύρισαν μπαρούτι, πατρίδα και ήρωες. Μπορεί να μην έπεσε με σπαθί στο χέρι, μα έπεσε τραγουδώντας για όσους το έκαναν. Και η φωνή του, η φωνή ενός μικρού καμπούρη της Δημητσάνας, έμεινε να σιγοψιθυρίζει στα αυτιά εκείνων που πολέμησαν για να είναι η Ελλάδα ελεύθερη.