Ο πρώτος Έλληνας που απογειώθηκε για να δει την Πόλη από ψηλά. Όχι σαν ταξιδιώτης, αλλά σαν πολεμιστής.
Ο ήρωας που πέταξε πάνω από την Πόλη πριν το 1920, νίκησε τους Γερμανούς στον αέρα, και χάθηκε για πάντα χωρίς ίχνος.
Ήταν ο πρώτος Έλληνας που απογειώθηκε για να δει την Πόλη από ψηλά. Όχι σαν ταξιδιώτης, αλλά σαν πολεμιστής. Ο Αριστείδης Μωραϊτίνης έγραψε το όνομά του στις πιο θαρραλέες σελίδες της ελληνικής ιστορίας χωρίς ποτέ να ακουστεί όσο του άξιζε. Με υδροπλάνο, χωρίς να ξέρει να πετάει, πέρασε πάνω από τα τουρκικά θωρηκτά. Και γύρισε πίσω μόνος του, με τις πρώτες φωτογραφίες εχθρικού στόλου στην ιστορία της ναυτικής αεροπορίας.
Δεν ήταν αεροπόρος, ήταν σημαιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού. Όταν ζήτησε να συμμετάσχει στην αποστολή των Βαλκανικών Πολέμων, το υδροπλάνο ήταν ακόμα πειραματικό. Απογειώθηκε με τον Μουτούση, πέρασαν πάνω από τα Δαρδανέλια, χαρτογράφησαν τα πλοία του εχθρού, τους πυροβολούσαν από κάτω — και στο τέλος έριξαν και τέσσερις αυτοσχέδιες βόμβες. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι «οι Έλληνες πέταξαν». Η αποστολή αυτή καταγράφηκε ως η πρώτη αεροπορική επιχείρηση ναυτικής συνεργασίας στην παγκόσμια ιστορία.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, δεν γύρισε σπίτι. Έμαθε να πετάει. Έφτιαξε σχολή. Έγινε ο πρώτος διοικητής της ελληνικής ναυτικής αεροπορίας. Εκπαίδευσε δεκάδες πιλότους. Ποτέ δεν έμεινε πίσω – πετούσε μαζί τους στις αποστολές. Βομβάρδισε αεροδρόμια, γέφυρες, γερμανικά στρατόπεδα στη Δράμα, στη Μενεμένη, στη Σμύρνη. Πάντα πρώτος.
Τον Ιανουάριο του 1918, δέκα γερμανικά αεροπλάνα τον περικύκλωσαν στα Δαρδανέλια. Δεν έφυγε. Κατέρριψε τα τρία. Το αεροπλάνο του είχε 20 τρύπες από σφαίρες. Και όμως δεν έπεσε. Οι Βρετανοί τον παρασημοφόρησαν με το Τάγμα Διακεκριμένης Υπηρεσίας. Στους κύκλους της Αντάντ τον φώναζαν «ο άσσος του Αιγαίου».
Ήταν ο μόνος Έλληνας με 9 εχθρικά αεροσκάφη κατεβασμένα στον Πρώτο Παγκόσμιο. Οργάνωσε μοίρες, πρότεινε να φτιαχτεί ελληνικό εργοστάσιο αεροπλάνων, ανέλαβε βομβαρδισμούς και μάλιστα απάντησε σε επιστολή τουρκικού αεροπόρου που ζητούσε να μάθει αν ο φίλος του ήταν ζωντανός: «Οι Έλληνες σέβονται τους αιχμαλώτους σας», έγραψε. Και έριξε την απάντηση με φάκελο από τον αέρα.
Μετά τη λήξη του πολέμου, τέσσερα ελληνικά αεροπλάνα μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μωραϊτίνης ηγείτο. Προσγειώθηκαν στον Άγιο Στέφανο. Οι Έλληνες της Πόλης έκλαιγαν. Η εικόνα ενός ελληνικού αεροπλάνου πάνω απ’ την Αγια-Σοφιά ήταν γι’ αυτούς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Λίγες μέρες μετά, πέταξε μόνος του από τη Θεσσαλονίκη για την Αθήνα. Ήταν κακοκαιρία. Δεν είχε ξαναπετάξει με αυτό το νέο γαλλικό αεροπλάνο. Δεν πήρε μηχανικό μαζί του. Και δεν έφτασε ποτέ. Το σώμα του δεν βρέθηκε. Ούτε τα συντρίμμια. Ίσως να έπεσε στον Όλυμπο. Ίσως στη θάλασσα. Ίσως να χάθηκε όπως ήθελε: χωρίς ήττα, χωρίς θόρυβο, χωρίς παράσημα στην τσέπη.