Ο σλαβόφωνος που έγινε ο πιο τρομερός πολεμιστής της Ελλάδας. Δεν μιλούσε τη γλώσσα, πέθανε για τη σημαία.
Ποιος ήταν ο σλαβόφωνος που πολέμησε για την Ελλάδα όσο κανείς;
Δεν γεννήθηκε σε ελεύθερη Ελλάδα. Δεν μιλούσε ελληνικά. Δεν είχε πάει ποτέ στην Αθήνα όταν πήρε το όπλο του και βγήκε στα καλάμια. Κι όμως, ο Γκόνος Γιώτας έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Βουλγάρων, το στοιχειό του Βάλτου, ο άντρας που πολέμησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια για την ελληνική ιδέα, ενώ γύρω του όλοι άλλαζαν πλευρά. Αυτός έμεινε. Μόνος. Και στο τέλος, τον πρόδωσαν.
Γεννήθηκε το 1880 στον Λουδία Πέλλας, σε μια εποχή που η Σάρισα ήταν ακόμη βουτηγμένη σε βουλγάρικες και τουρκικές σκιές. Ήταν σλαβόφωνος. Η μητρική του γλώσσα δεν ήταν τα ελληνικά. Το όνομά του δεν ακουγόταν ελληνικό. Κι όμως, όταν ήρθε η στιγμή, δεν δίστασε ούτε λεπτό. Πήρε θέση. Όχι απλά στο πλευρό της Ελλάδας. Στην καρδιά του πιο επικίνδυνου σημείου: στον Βάλτο των Γιαννιτσών.
Αρχικά είχε ταχθεί με την ΕΜΕΟ. Πολέμησε για τη Βουλγαρική Οργάνωση εναντίον των Οθωμανών. Μα όταν είδε με τα μάτια του τον λιθοβολισμό του μητροπολίτη Εδέσσης από Βούλγαρους, όταν του ζήτησαν να αλλάξει τον παπά του χωριού με εξαρχικό, κατάλαβε. Και γύρισε. Σήκωσε το όπλο του για την Ελλάδα και δεν το κατέβασε ποτέ.
Όλοι τον έμαθαν ως “στοιχειό του Βάλτου”. Ξεκίνησε οδηγός των ελληνικών σωμάτων, αλλά σύντομα έγινε αρχηγός. Είχε συνεργαστεί με όλους: τον Άγρα, τον Ματόπουλο, τον Νικοτσάρα. Συνεννοούνταν ακόμα και με τους Τούρκους διοικητές για να εξοντώνει Βούλγαρους. Ήξερε τα νερά, τα ρυάκια, τις καλαμιές, σαν την παλάμη του. Εκεί κρυβόταν, εκεί ζούσε, εκεί σκότωνε.
Πίστευε ότι ο εχθρός είναι ένας: όποιος θέλει να σβήσει την Ελλάδα. Κι έτσι, όταν οι Βούλγαροι άρχισαν να φεύγουν, έβαλε στόχο να τους φέρει πίσω ως Έλληνες. Πήγε να τους πείσει, να τους αλλάξει πλευρά. Κάποιοι ντόπιοι δεν το άντεξαν. Τον χτύπησαν ακόμα και από μέσα. Το κράτος στην Αθήνα άρχισε να τον αντιμετωπίζει σαν βάρος.
Το 1911, τον περικύκλωσαν οι Οθωμανοί. Δεν παραδόθηκε. Πέθανε εκεί, μέσα στα καλάμια που τον είχαν γεννήσει σαν πολεμιστή. Κάποιοι λένε ότι τον πρόδωσαν δικοί του, για να κερδίσουν εύνοια και να πάρουν ένα εισιτήριο για την Αμερική. Όταν σκοτώθηκε, ήταν 31 χρονών. Στη στολή του δεν είχε παράσημα. Είχε λάσπη.
Σήμερα, λίγοι ξέρουν ποιος ήταν. Κι όμως, η Πηνελόπη Δέλτα τον ανέφερε στα “Μυστικά του Βάλτου”. Και οι Γιαννιτσιώτες τον τραγουδούν ακόμα: “Ήρθα εδώ να πολεμώ, την λευτεριά γυρεύω”. Δεν έγραψε λόγους, δεν έκανε συμφωνίες, δεν έβγαλε λεφτά. Άφησε μόνο κάτι στίχους με αίμα και μια καμπάνα σε μοναστήρι, να τον θυμούνται.