Ο Σουλτάνος ζήτησε τον 14χρονο γιο του για το χαρέμι. Εκείνος αρνήθηκε και αποκεφαλίστηκαν και οι τρεις
Ο Σουλτάνος ζήτησε τον 14χρονο γιο του για το χαρέμι. Εκείνος αρνήθηκε. Την άλλη μέρα αποκεφαλίστηκαν και οι τρεις
Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ του Πορθητή, ένας μόνο άντρας από την παλιά τάξη της Αυτοκρατορίας στεκόταν ακόμη όρθιος. Ο Λουκάς Νοταράς, τελευταίος Μέγας Δούκας του Βυζαντίου, δεν είχε σκοτωθεί στη μάχη. Δεν είχε προδώσει. Είχε παραδοθεί. Και αυτό δεν τον έσωσε.
Ο Σουλτάνος, εντυπωσιασμένος από την ευφυΐα και το κύρος του Νοταρά, τον υποδέχτηκε με τιμές. Του πρόσφερε 1.000 άσπρα και του ζήτησε να παραμείνει στην Πόλη ως διοικητής. Εκείνος φάνηκε να αποδέχεται. Η γυναίκα και τα παιδιά του μεταφέρθηκαν σώοι στο σπίτι τους. Ήταν η πρώτη νύχτα που η Βασιλεύουσα δεν ήταν πια δική τους.
Το ίδιο βράδυ, λέγεται πως ο Σουλτάνος –μεθυσμένος ή απλώς αδίστακτος– ζήτησε να του δοθεί ο μικρότερος γιος του Λουκά Νοταρά. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Όχι για όμηρο, όχι για ανταλλαγή. Τον ήθελε για το χαρέμι του. Ο Νοταράς αρνήθηκε.
Δεν ύψωσε φωνή. Δεν εκβίασε, δεν διαπραγματεύτηκε. Είπε απλώς όχι. Ένα «όχι» που δεν διατυπώθηκε ποτέ στα πρακτικά αλλά κόλλησε σαν μαχαίρι στην καρδιά του κατακτητή. Την επόμενη ημέρα, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή. Ο Νοταράς, ο γιος του και ο γαμπρός του οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης. Αποκεφαλίστηκαν και οι τρεις.
Ο ίδιος είχε δει ήδη δύο άλλους γιους του να σκοτώνονται κατά την πολιορκία. Τη σύζυγό του να πουλιέται ως σκλάβα στον δρόμο για την Αδριανούπολη. Και τώρα στεκόταν μπροστά στον δήμιο, όχι ως στρατηγός ή ευγενής, αλλά ως πατέρας. Και αυτό ήταν το μόνο αξίωμα που κράτησε μέχρι το τέλος.
Ο Δούκας, που κατέγραψε την Άλωση, λέει πως ο Νοταράς μίλησε στους δικούς του λίγο πριν πεθάνουν. Τους θύμισε ποιοι ήταν. Τι έχασαν. Και τι δεν έπρεπε να χάσουν: την πίστη, την αξιοπρέπεια, την ψυχή. Δεν γονάτισαν. Δεν ικέτεψαν. Πέθαναν όλοι μαζί, σαν μία οικογένεια που δεν λύγισε ούτε στον θρίαμβο του κατακτητή.
Η Άννα Νοταρά, η κόρη του, είχε προλάβει να διαφύγει. Έφτασε στη Βενετία με τη θεία της και έγινε το κέντρο μιας ολόκληρης βυζαντινής κοινότητας προσφύγων. Αγόραζε πίσω αιχμαλώτους. Έσωζε μνήμες. Και κάθε φορά που την ρωτούσαν για τον πατέρα της, έλεγε μόνο πως εκείνος επέλεξε το θάνατο από την ατίμωση.
Ο Λουκάς Νοταράς δεν υπήρξε μόνο στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν το τελευταίο σύμβολο της άρχουσας βυζαντινής τάξης. Ο Κριτόβουλος τον περιγράφει ως «ρωμαλέο, αγέρωχο και σοφό». Ο Φραντζής τον πολέμησε στα λόγια, μα στο τέλος κανείς δεν αρνήθηκε τη δύναμη του χαρακτήρα του.
Η ιστορία του μοιάζει βγαλμένη από τραγωδία. Κι όμως είναι αληθινή. Και διασώθηκε επειδή κάποιοι επέλεξαν να πουν την αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν: Ένας πατέρας είπε όχι στον Σουλτάνο. Και έδωσε τη ζωή του μαζί με τα παιδιά του.