Ο τραπεζίτης που μπορούσε να αγοράσει πασάδες αλλά πέθανε φτωχός για να ξεκινήσει μόνος του την Επανάσταση στη Μακεδονία
Πούλησε ό,τι είχε, φόρτωσε ένα καράβι με όπλα και ξεκίνησε μόνος του την Επανάσταση στη Μακεδονία.
Ηταν ο πλουσιότερος των Σερρών. Είχε χτίσει ναούς, είχε ανοίξει τράπεζες μέχρι και στη Βιέννη, είχε δανείσει πασάδες και είχε εξαγοράσει θανατικές ποινές συμπατριωτών του. Όμως όταν ήρθε η ώρα της Επανάστασης, ο Εμμανουήλ Παπάς πούλησε τα πάντα, φόρτωσε ένα καράβι με όπλα και κατέβηκε μόνος του στο Άγιο Όρος για να ξεσηκώσει τη Μακεδονία.
Δεν περίμενε εντολές από την Πελοπόννησο. Ήξερε πως το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν δίπλα του, στη Θεσσαλονίκη, και πως το ρίσκο ήταν τεράστιο. Κι όμως, τον Μάιο του 1821, αφού πρώτα έπεισε μοναχούς, προκρίτους και οπλαρχηγούς, σήκωσε το λάβαρο της Επανάστασης στον Πολύγυρο και ταυτόχρονα στον Άθω. Μέσα σε λίγες μέρες κατέλαβε Ιερισσό, Ορμύλια, Στάγειρα και Σταυρό. Όλα με δικά του έξοδα.
Η μάχη ήταν άνιση. Ο Παπάς έγραφε συνεχώς γράμματα στην Ύδρα και στις Σπέτσες για βοήθεια. Δεν ήρθε ποτέ. Ο Μπαϊράμ Πασάς κατέβηκε από τη Θράκη με 30.000 στρατό και συνέτριψε τα παλικάρια του Παπά στη Ρεντίνα και στα Βασιλικά. Ο ίδιος υποχώρησε στον Άθω και μετά στην Κασσάνδρα. Οχυρώθηκε στην Ποτίδαια, ξαναέσπασε το μέτωπο και έστησε παγίδα στους Τούρκους, παίρνοντας 7 σημαίες και χιλιάδες πυρομαχικά. Ήταν η τελευταία του νίκη.
Η Κασσάνδρα έπεσε, το Άγιο Όρος πρόδωσε την υπόθεση, οι μοναχοί διαπραγματεύτηκαν παράδοση. Ο Παπάς δεν άντεξε την απογοήτευση. Πέθανε μέσα στο πλοίο που τον μετέφερε στην Ύδρα, από συγκοπή καρδιάς. Τον έθαψαν εκεί με τιμές αρχιστράτηγου. Ούτε τα παιδιά του γλύτωσαν: τέσσερα από αυτά σκοτώθηκαν στον Αγώνα. Η περιουσία του δημεύτηκε, η γυναίκα του και τα υπόλοιπα παιδιά φυλακίστηκαν.
Όλα αυτά για μια επανάσταση που τελικά δεν πέτυχε στη Μακεδονία. Αλλά πέτυχε να κρατήσει χιλιάδες Τούρκους στη Βόρεια Ελλάδα, μακριά από την Πελοπόννησο. Και αυτό ήταν αρκετό για να σωθεί ο Αγώνας αλλού. Ο Παπάς δεν έγινε ήρωας στα χαρτιά. Έγινε ήρωας όταν αποφάσισε να δώσει τα πάντα, χωρίς κανείς να του το ζητήσει.