Ο βασιλιάς της Κύπρου που πολέμησε μια αυτοκρατορία, φυλακίστηκε 9 χρόνια και γύρισε για να ξαναπάρει το στέμμα του
Ο Ιάκωβος Α’ πολέμησε μια αυτοκρατορία, φυλακίστηκε 9 χρόνια και γύρισε με πολεμικές γαλέρες για να στεφθεί βασιλιάς.
Ήταν ο τέταρτος γιος ενός βασιλιά και κανείς δεν περίμενε να φτάσει ποτέ στο θρόνο. Ο Ιάκωβος της Κύπρου μεγάλωσε στη σκιά των δυναστικών φόνων, των πολιτικών ίντριγκων και της απληστίας των ξένων. Και όμως, ήταν αυτός που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή όταν οι Γενουάτες επιτέθηκαν για να αρπάξουν το νησί. Από την πολιορκία της Κερύνειας μέχρι τα μπουντρούμια της Γένουας, η ζωή του Ιακώβου μοιάζει με αρχαία τραγωδία.
Όταν δολοφονήθηκε ο αδελφός του, βασιλιάς Πέτρος Α’, η χήρα του κάλεσε τους Γενουάτες να επέμβουν στην Κύπρο, τάχα για εκδίκηση. Η αλήθεια ήταν πιο πικρή. Οι Γενουάτες εισέβαλαν με στόχο τον πλήρη έλεγχο του νησιού. Ο μικρός διάδοχος αιχμαλωτίστηκε και ο μόνος που όρθωσε αντίσταση ήταν ο πρίγκιπας Ιάκωβος, που κλείστηκε στην Κερύνεια και πολεμούσε μέρα–νύχτα. Δεν έπεσε. Αλλά όταν έγινε ειρήνη, εκείνον τον έστειλαν εξορία. Και εκεί ξεκινά η επόμενη κόλαση.
Στη Ρόδο τον άφησαν να περιμένει βοήθεια που δεν ήρθε ποτέ. Οι ίδιοι οι Γενουάτες παραβίασαν τη συμφωνία και τον συνέλαβαν. Τον μετέφεραν στη Γένουα μαζί με τη γυναίκα του και τον έκλεισαν σε φυλακή για εννέα ολόκληρα χρόνια. Ο γιος του γεννήθηκε μέσα στη φυλακή και πήρε το όνομα Ιανός — όπως ο διπρόσωπος θεός της Γένουας που κοιτάει και το παρελθόν και το μέλλον. Ένα όνομα σχεδόν προφητικό.
Το 1382, όταν ο διάδοχος της Κύπρου πέθανε χωρίς απογόνους, όλοι στράφηκαν στον Ιάκωβο. Αλλά οι Γενουάτες δεν τον άφηναν να φύγει. Διαπραγματεύτηκε σκληρά. Όταν τελικά αφέθηκε ελεύθερος, η συμφωνία ήταν ταπεινωτική: οι Γενουάτες θα κρατούσαν την Αμμόχωστο, την Κερύνεια και εμπορικά προνόμια που έπνιγαν την Κύπρο. Οι Βενετοί, που είχαν τα δικά τους συμφέροντα, τον πολεμούσαν σιωπηλά. Για να φτάσει ξανά στο νησί του, χρειάστηκε να συνοδεύεται από έξι πολεμικές γαλέρες. Ήταν βασιλιάς — αλλά έμοιαζε περισσότερο με όμηρο.
Όταν έφτασε στην Κύπρο, δεν τον άφησαν καν να πατήσει το πόδι του στην ακτή. Στην Αλυκή της Λάρνακας τον απέρριψαν οι ίδιοι οι ευγενείς του. Μερικοί ήθελαν τη δική τους εξουσία και δεν τον αναγνώριζαν. Οι αδελφοί Περότ και Βιλμόντ ντε Μοντολίφ τον πρόδωσαν — αλλά δεν ξέχασαν να πληρώσουν. Όταν ο Ιάκωβος μπήκε τελικά στην Κύπρο το 1385, ξεκίνησε εκκαθαρίσεις. Μέσα σε λίγες εβδομάδες έσβησε την αντίσταση και βάδισε προς τη Λευκωσία.
Εκεί, μέσα στον καθεδρικό της Αγίας Σοφίας, στέφθηκε βασιλιάς. Αλλά όχι μόνο της Κύπρου. Έγινε τιτουλάριος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ και αργότερα βασιλιάς της Αρμενίας, όταν πέθανε ο τελευταίος αρμένιος διάδοχος. Η βασιλεία του σφραγίστηκε από τον πανώλη που χτύπησε το 1392 και αφάνισε τον πληθυσμό. Ο ίδιος και η οικογένειά του έφυγαν προς τα βουνά, στη Μονή Μαχαιρά, μόνο για να επιστρέψουν λίγο μετά σε ένα βασίλειο γεμάτο νεκρούς.
Πέθανε το 1398. Δεν κυβέρνησε για πάντα, ούτε ελευθέρωσε τα πάντα. Αλλά ο Ιάκωβος Α’ ήταν ο βασιλιάς που δεν έσκυψε σε κανέναν, ούτε στους Γενουάτες, ούτε στους Βενετούς, ούτε στους δικούς του προδότες. Ήταν ο βασιλιάς που, εννέα χρόνια φυλακισμένος, κράτησε ζωντανή τη φωτιά για την επιστροφή. Και όταν ήρθε, την άναψε ξανά.