Όλη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ψύχωση με τον Μέγα Αλέξανδρο. Του άγγιζαν το πρόσωπο, του έκλεβαν τα ρούχα.
Τον άνοιξαν, τον άγγιξαν, τον φόρεσαν. Κανείς δεν λάτρεψε άνθρωπο όσο οι Ρωμαίοι λάτρεψαν τον Μέγα Αλέξανδρο.
Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε πεθάνει εδώ και αιώνες, αλλά για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες ήταν πιο ζωντανός από ποτέ. Όχι μόνο τον θαύμαζαν. Τον λάτρευαν με πάθος που ξεπερνούσε τη λογική, σαν να ήταν θεός ή ποπ είδωλο. Οι πιο ισχυροί άντρες της Αυτοκρατορίας υποκλίνονταν μπροστά του. Τον ζήλευαν, ήθελαν να του μοιάσουν. Κάποιοι κυριολεκτικά ντύθηκαν σαν αυτόν.
Ο Ιούλιος Καίσαρας έφτασε στον τάφο του στην Αλεξάνδρεια και έμεινε αποσβολωμένος. Ένας άντρας που είχε κατακτήσει τη Γαλατία, έπεσε στα γόνατα μπροστά στον τάφο κάποιου που είχε πεθάνει αιώνες πριν. Η Κλεοπάτρα και ο Μάρκος Αντώνιος δεν παρέλειψαν να τον επισκεφθούν, κι ας ήξεραν ότι έπαιζαν με σύμβολα που υπερέβαιναν την εποχή τους.
Ο Αυτοκράτορας Αύγουστος δεν άντεξε. Έδωσε εντολή να ανοίξουν το σαρκοφάγο του Αλεξάνδρου για να τον δει με τα μάτια του. Το σώμα του Μακεδόνα στρατηλάτη είχε διατηρηθεί εκπληκτικά. Λέγεται πως έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Ο Αύγουστος, γεμάτος συγκίνηση, του φόρεσε ένα χρυσό στεφάνι. Και τότε έκανε το μοιραίο: άγγιξε το πρόσωπό του. Η μύτη του Αλέξανδρου έσπασε.
Η μανία δεν σταμάτησε εκεί. Ο Καλιγούλας, τρελός για δόξα, έκλεψε τον θώρακα του Αλεξάνδρου και τον φόρεσε σε επίσημες τελετές. Ο Καρακάλλας φορούσε το δαχτυλίδι του. Πίστευε πως η ίδια διάμετρος στο δάχτυλο σήμαινε ότι ήταν το πεπρωμένο του να τον ξεπεράσει. Στο μυαλό τους, ό,τι ακουμπούσε τον Αλέξανδρο είχε μαγικές ιδιότητες.
Ο Αλέξανδρος ήταν ο άνθρωπος που δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Όσο κι αν μεγάλωσε η Ρώμη, όσο κι αν απλώθηκε ο κόσμος, οι αυτοκράτορές της γύριζαν πάντα πίσω σ’ εκείνον. Είδαν στη μορφή του κάτι που δεν μπορούσαν να φτάσουν, γι’ αυτό προσπάθησαν να τον φορέσουν, να τον αγγίξουν, να του κλέψουν λίγη αθανασία. Ήταν το είδωλό τους. Ο φανταστικός τους εαυτός. Η εμμονή που κανένας τους δεν ξεπέρασε ποτέ.