Όλοι την έβλεπαν στον ουρανό. Άλλοι έβλεπαν μια αρκούδα. Άλλοι έναν νεκρό, έναν θεό ή ένα καζάνι που βράζει
Την έβλεπαν όλοι. Άλλοι σαν αρκούδα, άλλοι σαν κατσαρόλα. Κι όμως ήταν η ίδια: η Μεγάλη Άρκτος, ο αστερισμός που όλοι ερμήνευσαν με τον δικό τους μύθο.
Για χιλιάδες χρόνια, πριν καν χαραχτεί το πρώτο γράμμα στην Ιλιάδα, άνθρωποι σε όλες τις ηπείρους κοίταζαν τον ίδιο ουρανό. Και σε εκείνο το ίδιο τμήμα του, έβλεπαν κάτι. Άλλοι έβλεπαν μια τεράστια αρκούδα να σέρνει μια μακριά ουρά. Άλλοι έβλεπαν επτά κυνηγούς. Κάποιοι έβλεπαν καροτσάκι, άλλοι καζάνι. Κανείς δεν έβλεπε το ίδιο πράγμα.
Ο Όμηρος έλεγε πως η Άρκτος δεν λούζεται ποτέ στον Ωκεανό, γιατί ήταν ο μόνος αστερισμός που δεν έδυε ποτέ. Για τους ναυτικούς ήταν σωτήρια, για τους ποιητές μυστηριώδης. Στην ασπίδα του Αχιλλέα η Άρκτος εμφανίζεται πρώτη απ’ όλους. Ήταν σταθερή. Ήταν πάνω από όλα τα έθνη. Ήταν σημείο αναφοράς — και πηγή φόβου.
Οι αρχαίοι Έλληνες τη βάφτισαν Μεγάλη Άρκτο. Επειδή έβλεπαν εκεί τη μεταμορφωμένη νύμφη Καλλιστώ, την οποία καταδίωξε η Ήρα και προστάτεψε ο Δίας. Την άρπαξε, λέει ο μύθος, από την ουρά για να την σώσει και την τράβηξε στους ουρανούς. Γι’ αυτό η ουρά της είναι τόσο αφύσικα μεγάλη για αρκούδα.
Οι Άραβες δεν έβλεπαν αρκούδα. Έβλεπαν κηδεία. Το καζάνι του αστερισμού ήταν το νεκροκρέβατο ενός δολοφονημένου πατέρα. Και τα τρία άστρα στην ουρά ήταν οι κόρες του — που κρατούσαν φλόγες για να τιμωρήσουν τον φονιά. Ακόμα και η Πολική, ο σταθερότερος αστέρας, για αυτούς ήταν ο δολοφόνος.
Στην Κίνα το ίδιο σχήμα ονομαζόταν «το μέτρο του Βορρά». Οι αυτοκρατορικοί αστρονόμοι έβλεπαν στον σχηματισμό μια κοσμική κυβέρνηση. Ο κάθε αστέρας είχε το όνομα μιας θεϊκής ιδιότητας. Ολόκληρος ο αστερισμός ήταν κατοικία της θεάς Tow Moo, προστάτιδας του σύμπαντος νόμου.
Οι Ινδοί το ονόμασαν Saptarishi. Επτά σοφοί που κρατούν την τάξη στον κόσμο και βλέπουν τα πάντα. Καθένας από τους επτά αστέρες ήταν και ένας Ρίσι — ιερές φιγούρες της Βεδικής παράδοσης. Ακόμα και σήμερα οι Ινδουιστές προσεύχονται σε αυτούς όταν σηκώνουν το βλέμμα στον βορρά.
Στη Φινλανδία, το ίδιο σχήμα ήταν η Otava. Σημαίνει παγίδα για σολομούς. Αλλά και σημείο καταγωγής του ιερού ζώου της χώρας: της αρκούδας. Οι παλιοί πίστευαν πως όταν σκοτώνεις αρκούδα, το πνεύμα της επιστρέφει εκεί πάνω — στο σπίτι της, στη Μεγάλη Άρκτο. Πάνω από τα δάση, στα παγωμένα άστρα.
Οι ιθαγενείς Ινδιάνοι την έβλεπαν σαν κυνηγημένη αρκούδα. Οι κυνηγοί που την ακολουθούσαν κρατούσαν τόξα, μαγειρικά σκεύη, ξύλα. Κάθε αστέρας και ένας ρόλος. Άλλοι πάλι έβλεπαν αρκούδα να αιμορραγεί καθώς τη χτυπούν με βέλη. Κι εκείνο το αίμα έβαφε τα φθινοπωρινά φύλλα με κόκκινο.
Οι Ρωμαίοι την είπαν Plaustrum, άρμα ή κάρο. Οι Σκανδιναβοί την ονόμασαν το άρμα του Θωρ. Αργότερα έγινε το άρμα του Προφήτη Ηλία. Και σήμερα, στο πολωνικό χωριό ή στη Μαδρίτη, το ίδιο σχήμα βρίσκεται ακόμα στις σημαίες, τα εμβλήματα, τις ιστορίες που δεν ξεχνιούνται.
Οι Αιγύπτιοι έβλεπαν εκεί τον μηρό του ταύρου, τον σκύλο του Σηθ ή την άμαξα του Όσιρι. Οι Ιουδαίοι είδαν την τιμωρία του Φαραώ, οι Βαβυλώνιοι έναν θεϊκό τροχό. Ο καθένας κουβαλούσε την ίδια εικόνα, αλλά με άλλο φορτίο, άλλο τρόμο, άλλη προσδοκία.
Ακόμα και οι πιο μοντέρνοι δεν συμφωνούν. Οι Άγγλοι τη λένε Plough — το αλέτρι. Οι Γάλλοι Casserole — κατσαρόλα. Οι Αμερικανοί Big Dipper — η μεγάλη κουτάλα. Οι παλιοί Γερμανοί την έλεγαν Himmel Wagen, το άρμα του ουρανού. Και όλοι πίστευαν πως είναι σημαντική. Ιερή.
Η Μεγάλη Άρκτος ενώνει τους λαούς. Αλλά δεν λέει ποτέ την ίδια ιστορία. Γιατί τα αστέρια είναι καθρέφτης. Και στον καθρέφτη αυτόν, ο κάθε πολιτισμός βλέπει τον φόβο του, τον θεό του, τον πατέρα του, ή μια γυναίκα που μεταμορφώθηκε για να σωθεί. Ίσως για να μην ξεχαστεί ποτέ.