Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της δεν ήθελε να τη δει γιατί ήθελε αγόρι. Λίγα χρόνια μετά, η Ελληνίδα αυτή έγινε γνωστή σε όλο τον πλανήτη
Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της δεν ήθελε να τη δει. Ήθελε αγόρι. Όμως η Μαρία Κάλλας έμελλε να γίνει η σπουδαιότερη ντίβα της όπερας
Η νύχτα της 2ας Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη ήταν ψυχρή. Στην αίθουσα τοκετού ενός νοσοκομείου, μια γυναίκα έφερνε στον κόσμο ένα κορίτσι, αλλά αντί για χαρά, ένιωθε απογοήτευση. Ήθελε αγόρι. Απογοητεύτηκε τόσο πολύ όταν της ανακοινώθηκε το φύλο του νεογέννητου παιδιού της, που αρνιόταν να το δει επί σειρά ημερών. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως το παιδί που μόλις είχε γεννήσει θα γινόταν η σπουδαιότερη ντίβα της όπερας, η φωνή που θα μάγευε τον πλανήτη.
Η μικρή Μαρία, κόρη Ελλήνων μεταναστών, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο αυστηρότητα και φιλοδοξίες. Η μητέρα της, παρά τη δυσφορία της για το φύλο του παιδιού της, αναγνώρισε το μουσικό της ταλέντο και την έσπρωξε από νωρίς στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Τα παιδικά της χρόνια δεν είχαν ανέμελες στιγμές. Αντί για παιχνίδια, είχε ατελείωτες ώρες πιάνου και φωνητικών ασκήσεων.
Όταν οι γονείς της χώρισαν, η Μαρία ακολούθησε τη μητέρα της στην Αθήνα. Ήταν μόλις 13 ετών, ξένη σε μια χώρα που έπρεπε να μάθει από την αρχή. Εκεί, μπήκε στο Ωδείο Αθηνών, με δασκάλα τη διάσημη Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, που την καθοδήγησε σαν σμιλευτής σε ένα σπάνιο διαμάντι. Σύντομα, η δυνατή, εκφραστική φωνή της άρχισε να ξεχωρίζει.
Η πρώτη της εμφάνιση σε παράσταση ήρθε το 1941, μέσα στην Κατοχή. Ο κόσμος υπέφερε, αλλά η φωνή της Κάλλας έμοιαζε να γεννήθηκε για να προσφέρει κάτι περισσότερο από διασκέδαση—ήταν μια υπενθύμιση πως η ομορφιά και η τέχνη μπορούσαν να θριαμβεύσουν ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές.
Μετά τον πόλεμο, η Κάλλας επέστρεψε στην Αμερική, αλλά η καριέρα της απογειώθηκε στην Ιταλία. Το 1949, στη Βερόνα, γνωρίζει τον πλούσιο βιομήχανο Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, που γίνεται ο πρώτος μεγάλος προστάτης της. Η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Σκηνές όπως η Σκάλα του Μιλάνου και η Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης υποκλίνονταν μπροστά της. Δεν ήταν απλώς μια σπουδαία τραγουδίστρια. Ήταν μια θεατρική δύναμη, μια ερμηνεύτρια που έδινε νέα ζωή στις ηρωίδες που υποδυόταν.
Το κοινό τη λάτρευε, αλλά η ζωή της δεν ήταν παραμύθι. Η σχέση της με τον Έλληνα μεγιστάνα Αριστοτέλη Ωνάση κατέληξε σε έναν από τους πιο πολυσυζητημένους έρωτες του 20ού αιώνα—έναν έρωτα που την κατέστρεψε. Η Κάλλας, άλλοτε παντοδύναμη στη σκηνή, εκτός αυτής γινόταν ένα ευαίσθητο, πληγωμένο πλάσμα.
Η φωνή που γέμισε τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου άρχισε να χάνει τη δύναμή της. Σταδιακά αποσύρθηκε και στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, σε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι, η ντίβα της όπερας έσβησε σιωπηλά, μακριά από τα φώτα που άλλοτε λάτρευε.
Η ιστορία της δεν ήταν απλώς η ιστορία μιας τραγουδίστριας. Ήταν μια τραγωδία γεμάτη πάθος, λάμψη και μοναξιά—μια ιστορία αντάξια μιας ηρωίδας της όπερας.