Όταν ο Ιπποκράτης έλεγε για την ασπιρίνη, μόνο οι σκίουροι έτρωγαν βελανίδια γιατί η Μπάγιερ δεν υπήρχε
Αν ο Ιπποκράτης μπορούσε να δει το σημερινό ράφι των φαρμάκων, πιθανότατα θα χαμογελούσε με ικανοποίηση
Αν ο Ιπποκράτης μπορούσε να δει το σημερινό ράφι των φαρμάκων, πιθανότατα θα χαμογελούσε με ικανοποίηση. Χιλιάδες χρόνια πριν, ο “πατέρας της ιατρικής” είχε ήδη ανακαλύψει ότι η φύση είχε τη λύση για τον πόνο και τον πυρετό. Ο φλοιός της ιτιάς, ένα απλό φυσικό γιατρικό, ήταν γνωστός για τις καταπραϋντικές του ιδιότητες. Τότε, δεν υπήρχε η Μπάγιερ, η φαρμακοβιομηχανία που θα έκανε την ασπιρίνη ένα από τα πιο διάσημα φάρμακα όλων των εποχών. Υπήρχε μόνο η γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά, από γιατρό σε θεραπευτή, από τον Ιπποκράτη στους Ρωμαίους και από εκεί στους αλχημιστές του Μεσαίωνα.
Στην αρχαιότητα, οι θεραπευτές συνιστούσαν αφεψήματα από ιτιά σε όσους υπέφεραν από πυρετό, πονοκεφάλους ή τραυματισμούς. Δεν ήξεραν τον ακριβή μηχανισμό, αλλά ήξεραν ότι δούλευε. Πέρασαν αιώνες μέχρι οι επιστήμονες να καταλάβουν ότι το σαλικυλικό οξύ, το ενεργό συστατικό του φλοιού της ιτιάς, ήταν υπεύθυνο για αυτή τη θεραπευτική δράση.
Το 1853, ο Σαρλ Φρεντερίκ Ζεράρτ, ένας Αλσατός χημικός, κατάφερε να συνθέσει για πρώτη φορά το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, τη χημική ένωση που θα γινόταν αργότερα γνωστή ως ασπιρίνη. Όμως, κανείς δεν φανταζόταν ακόμα τη σημασία της. Μισό αιώνα αργότερα, το 1897, ένας Γερμανός χημικός, ο Φέλιξ Χόφμαν, εργαζόμενος για τη φαρμακευτική εταιρεία Μπάγιερ, βελτίωσε τη φόρμουλα και δημιούργησε την πρώτη βιομηχανικά παραγόμενη ασπιρίνη.
Η Μπάγιερ λάνσαρε το νέο φάρμακο το 1899, δίνοντάς του την ονομασία “Ασπιρίνη” – ένα όνομα που συνδυάζει το “Α-” από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, το “Σπιρ-” από το φυτό Spiraea ulmaria (που περιέχει σαλικυλικό οξύ) και την κατάληξη “-ινη”, που ήταν συνηθισμένη στα φάρμακα της εποχής.
Το νέο σκεύασμα είχε τεράστια επιτυχία. Ήταν αποτελεσματικό, εύκολο στη χρήση και γρήγορα έγινε βασικό προϊόν σε κάθε σπίτι. Μέχρι το 1915, η ασπιρίνη ήταν διαθέσιμη σε μορφή χαπιού και όχι μόνο σε σκόνη, κάτι που έκανε ακόμα πιο εύκολη την κατανάλωσή της.
Όμως, η ιστορία της ασπιρίνης δεν ήταν μόνο ένα ταξίδι επιτυχίας. Στη δεκαετία του 1950, το φάρμακο άρχισε να χάνει έδαφος καθώς εμφανίστηκε ένας ισχυρός ανταγωνιστής: η παρακεταμόλη. Είχε λιγότερες παρενέργειες, και πολλοί γιατροί την πρότειναν αντί της ασπιρίνης. Η Μπάγιερ και άλλες φαρμακοβιομηχανίες είδαν τις πωλήσεις της ασπιρίνης να μειώνονται.
Αυτό άλλαξε ξανά το 1948, όταν ένας Αμερικανός γιατρός, ο Λόρενς Κρέιβεν, παρατήρησε ότι οι ασθενείς του που έπαιρναν καθημερινά ασπιρίνη δεν πάθαιναν καρδιακές προσβολές. Ανέπτυξε τη θεωρία ότι η ασπιρίνη μπορεί να έχει αντιθρομβωτική δράση, μειώνοντας την πιθανότητα εμφράγματος. Παρόλο που η ιατρική κοινότητα ήταν αρχικά σκεπτική, δεκαετίες ερευνών επιβεβαίωσαν τη θεωρία του.
Τη δεκαετία του 1970, οι επιστήμονες ανακάλυψαν τον ακριβή τρόπο δράσης της ασπιρίνης. Το φάρμακο αναστέλλει την παραγωγή προσταγλανδινών, ουσιών που προκαλούν φλεγμονή και πόνο. Αυτό εξήγησε γιατί η ασπιρίνη ήταν τόσο αποτελεσματική σε πονοκεφάλους, αρθρίτιδα και φλεγμονές.
Σήμερα, η ασπιρίνη παραμένει ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα στον κόσμο. Εκατομμύρια άνθρωποι τη λαμβάνουν καθημερινά για την πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων, ενώ η αρχική της χρήση ως αναλγητικό και αντιπυρετικό παραμένει δημοφιλής.
Αν ο Ιπποκράτης μπορούσε να δει τη σύγχρονη ιατρική, πιθανότατα θα αναγνώριζε την ασπιρίνη ως τη φυσική συνέχεια μιας θεραπείας που είχε προτείνει ο ίδιος αιώνες πριν. Τότε, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι άνθρωποι ήταν να βράσουν φλοιό ιτιάς και να πιουν το εκχύλισμα. Τώρα, η ίδια ουσία υπάρχει σε ένα μικρό λευκό χάπι που άλλαξε την ιστορία της ιατρικής.