Όταν όλη η Ευρώπη έλεγε ότι οι Έλληνες χάθηκαν, εκείνος έγραψε 600 σελίδες για να αποδείξει το αντίθετο
Το 1852, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος απάντησε στη θεωρία της ασυνέχειας των Ελλήνων με 600 σελίδες επιστημονικά επιχειρήματα
Το 1852, μια μορφή που σήμερα δεν είναι όσο γνωστή θα έπρεπε, έβαλε μπροστά του ένα απίστευτο έργο. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Λευκαδίτης λόγιος με ιταλικές ρίζες, κυκλοφόρησε τα «Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος» και τους προσέθεσε κάτι που κανείς άλλος δεν είχε αποτολμήσει: μια τεράστια, 600 σελίδων εισαγωγή που σκοπό είχε να διαλύσει μια και καλή τη θεωρία ότι οι Νεοέλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους Αρχαίους.
Η θεωρία του Fallmerayer, που είχε ήδη σαρώσει τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έλεγε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες ήταν σλάβοι και άρα χωρίς σύνδεση με την αρχαιότητα. Ο Ζαμπέλιος δεν αντέδρασε με εθνικιστικά ξεσπάσματα, ούτε με πατριωτικά παραμύθια. Αντέδρασε με μελέτη. Με αρχειακά τεκμήρια, με συγκριτική γλωσσολογία, με δημοτικά τραγούδια, με επιμονή στην αδιάλειπτη συνέχεια της γλώσσας.
Δεν ήταν ιστορικός του γραφείου. Είχε ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιταλία, στις βιβλιοθήκες της Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να δει με τα μάτια του χειρόγραφα και τεκμήρια. Στα «Βυζαντινά Μελετήματα» που κυκλοφόρησε το 1857, προσπάθησε ξανά να κάνει το ίδιο: να ενώσει το κομμένο νήμα της Ιστορίας. Πίστευε πως οι Έλληνες επιβίωσαν μέσα στο Βυζάντιο όχι ως απομεινάρια, αλλά ως συνεχιστές. Όχι με αίμα, αλλά με πολιτισμό και γλώσσα.
Ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τη διαίρεση της Ιστορίας του Ελληνισμού σε τρία σκέλη: αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη. Μια θεώρηση που υιοθέτησε αργότερα και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, και τελικά κυριάρχησε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ο Ζαμπέλιος όμως ήταν εκεί πρώτος. Με τα λάθη του, τις υπερβολές του, αλλά και με ένα έργο που για την εποχή του δεν είχε προηγούμενο.
Στην Ιταλία έγραψε ρομαντικά ιστορικά μυθιστορήματα. Στην Κέρκυρα υπήρξε φίλος και συνομιλητής του Σολωμού. Εισήγαγε ακόμα και τον όρο «Ιστοριονομία», για να περιγράψει την εσωτερική νομοτέλεια που καθοδηγεί τους λαούς στην Ιστορία. Ήταν ένας από τους ελάχιστους που αντιλήφθηκαν ότι η δημοτική ποίηση δεν είναι φολκλόρ, αλλά μαρτυρία ύπαρξης.
Όταν πέθανε στην Ελβετία το 1881, είχε αποσυρθεί από την πολιτική, είχε σταματήσει να εκδίδει, αλλά άφησε πίσω του ένα ετυμολογικό έργο και μια ιδέα: ότι η συνέχεια του Ελληνισμού δεν χρειάζεται να ανακηρυχθεί· μπορεί να αποδειχθεί. Γι’ αυτό και άφησε την περιουσία του σε κρητικά εκπαιδευτικά ιδρύματα· για να μορφωθούν νέοι που θα θυμούνται. Ότι κάποτε, όταν όλοι έλεγαν πως οι Έλληνες χάθηκαν, ένας μόνος του έγραψε 600 σελίδες για να πει: δεν χαθήκαμε. Είμαστε εδώ.