Όταν το θέατρο ήταν αμαρτία, αυτή πήγε Αμερική. Η γυναίκα που έστησε ελληνική σκηνή στα πιο σκοτεινά χρόνια
Ήταν η γυναίκα που έκανε το θέατρο σπίτι της, την εποχή που οι άλλοι της έκλειναν την πόρτα. Η Σοφία Ταβουλάρη δεν έπαιξε απλώς ρόλους – έγραψε ιστορία.
Ήταν η εποχή που μια γυναίκα πάνω στη σκηνή θεωρούνταν ντροπή, αν όχι καταδίκη. Το κοινό τη μισούσε και τη θαύμαζε ταυτόχρονα, οι εφημερίδες τη χλεύαζαν, μα οι αίθουσες γέμιζαν. Η Σοφία Ταβουλάρη δεν ήρθε για να γίνει διάσημη· ήρθε για να υπάρξει σε έναν κόσμο που δεν την ήθελε. Και τα κατάφερε.
Γεννήθηκε το 1843, όταν η Ελλάδα ακόμα γυάλιζε τις πληγές του ’21 και η Αθήνα έμοιαζε περισσότερο με επαρχιακή πόλη παρά με πρωτεύουσα. Έζησε την εποχή που το ελληνικό θέατρο μόλις γεννιόταν, και γεννήθηκε κι εκείνη μαζί του. Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Πανά, επίσης ηθοποιό, αλλά έμεινε χήρα νωρίς. Τότε βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε έναν άλλον άντρα της σκηνής: τον Διονύσιο Ταβουλάρη. Ήταν το ξεκίνημα μιας ζωής γεμάτης ρόλους, περιπλανήσεις και χειροκροτήματα που δεν έσβησαν ποτέ από τη μνήμη του θεάτρου.
Με τον σύζυγό της γύρισαν την Ανατολή. Πατούσαν σαν στρατιώτες το σανίδι στις πιο μεγάλες πόλεις του ελληνισμού: Αθήνα, Σύρο, Σμύρνη. Ίδρυσαν και στελέχωσαν θιάσους που έγραψαν ιστορία. Πήγαν στον θίασο «Σοφοκλής» του Καρύδη, μετά στον «Αισχύλο» που έγινε «Μένανδρος» – τα μεγάλα σχήματα της εποχής. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν μισθοί και συμβόλαια: μόνο πάθος και τρόμος.
Η Σοφία Ταβουλάρη δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Έφτασε μέχρι την Αγγλία. Και μετά, με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, τον άνθρωπο που έφερε την ανανέωση στη σκηνή, ταξίδεψαν μέχρι την Αμερική. Από το 1903 έως το 1904, έστησαν παραστάσεις για Έλληνες μετανάστες, κουβαλώντας στις αποσκευές τους τραγωδίες και πάθη από μια πατρίδα που οι θεατές τους δεν ήξεραν αν θα ξαναδούν. Στήθηκε ελληνική σκηνή στα σκοτεινά σοκάκια της ξενιτιάς. Ήταν μια πράξη πολιτιστικής αντίστασης, την εποχή που οι γυναίκες με θεατρικό πάθος έπρεπε να το κρύβουν, όχι να το βροντοφωνάζουν.
Η Σοφία δεν ήταν απλώς μια ηθοποιός. Ήταν η προσωποποίηση του θάρρους. Πατούσε το σανίδι όταν αυτό σήμαινε κοινωνική αποβολή. Ήταν παρούσα όταν χτιζόταν το Εθνικό Θέατρο. Κι όμως, όταν έφυγε από τη ζωή το 1916, το όνομά της είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει, όπως οι παλιές ταμπέλες στις θεατρικές αφίσες.
Σήμερα, ελάχιστοι θυμούνται τη Σοφία Ταβουλάρη. Κι όμως, κάθε φορά που ανεβαίνει ελληνική παράσταση στο εξωτερικό, κάθε φορά που μια γυναίκα πατάει στη σκηνή με αξιοπρέπεια, είναι σαν να συνεχίζει εκείνη το έργο της. Χωρίς φωνές. Χωρίς παράπονο. Μόνο με φως.